Slow Greek Katharevousa 2: Διονύσιος Σολωμός : Διάλογος (για τη γλώσσα)

March 17, 2017

 

ΔΙΑΛΟΓΟΣ1

 

A voce piu ch’al ver drizzan li volti; 
E cosi ferman sua opinione, 
Prima ch’arte o ragion per lor s’ascolti 
Dante Purg. C. XXVI 2
 
Έγραψε τον «Διάλογον» ο Διονύσιος Σολωμός εις Ζάκυνθον κατά το 1824. Σώζεται το αντίγραφον, ατελές, ως κάτω θέλομεν σημειώσει, το οποίον φίλος του τις αντέγραψε κατά παραγγελίαν του ποιητού και προς χρήσιν του· αλλά ούτε το επιθεώρησεν, ούτε εδημοσίευσε τον «Διάλογον» ―τον δημοσιεύομεν κατά το αντίγραφον τούτο. *
 
ΠΟΙΗΤΗΣ — ΦΙΛΟΣ — ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ

 

 

ΦΙΛΟΣ:  Ἔπειτα ἀπὸ τόσες ὁμιλίες, ἐξέχασες κοιτάζοντας κατὰ τὸ Μοριά.

After so many talks, you forgot staring at the Peloponnese.

ΠΟΙΗΤΗΣ: Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξέχασες καὶ σύ, γιατὶ δὲν μοῦ ὁμιλοῦσες παντελῶς· εἶναι πιθανὸ νὰ ἐστοχαζόμασθε τὰ ἴδια πράγματα καὶ οἱ δύο· ἠμπορεῖ νὰ ἐπέρασαν τρεῖς ὦρες ἀφοῦ ὁ ἥλιος ἐμεσουράνησε, θέλουν ἀκόμη τέσσερες γιὰ νὰ θολώσουν τὰ νερά, καί, ἂν θέλεις, ἠμποροῦμε νὰ καθίσουμε εἰς τούτη τὴν πέτρα, καὶ νὰ ξαναρχινήσουμε.

You must have forgotten too, because you were not talking at all; it is possible that we were thinking about the same things; maybe three hours have passed since the sun was in the middle of the sky, we need another four until the waters are muddy, and, if you want, we can sit at this rock and start over again.

ΦΙΛ. Ἂς καθίσουμε· γλυκειὰ ἡ μυρωδιὰ τοῦ πελάγου, γλυκὸς ὁ ἀέρας, καὶ ὁ οὐρανὸς ἀσυγνέφιαστος.

Let’s sit; sweet is the smell of the sea, sweet is the air, and the sky cloudless.

ΠΟΙΗΤ. Τὸ πέλαγο εἶναι ὅλο στρωτό, καὶ ὁ ἀέρας λεπτότατος, καὶ ὅποιος ἤθελε νὰ κινήσῃ γιὰ τὸ Μοριά, δὲν ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ ταξείδι χωρὶς νὰ δουλέψουν ἀκατάπαυστα τὰ κουπιά.

The sea is all flat and the air thin, and whoever wanted to move for the Peloponnese could not make a journey without working really with the oars.

ΦΙΛ. Τί σοῦ ἀρέσει περισσότερο, ἡ ἡσυχία τῆς θαλάσσας, ἢ ἡ ταραχή;

What do you like most, the serenity of the sea or the chaos of it?

ΠΟΙΗΤ. Νὰ σοῦ πῶ τὴν ἀλήθεια, μοῦ ἄρεσε πάντα ἡ γαλήνη, ὁποῦ ἀπλώνεται καθαρώτατη· τὴν ἐθεωροῦσα σὰν τὴν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου, ὁποῦ ἀπομακραίνει ἀπὸ τὲς ἀνησυχίες τοῦ κόσμου, καὶ μὲ εἰλικρίνεια φανερώνει ὅσα ἔχει μέσα του. Ἀλλ᾿ ἀφοῦ ἐπέρασαν τὰ καράβια μας γιὰ νὰ πᾶνε στο Μεσολόγγι, μ᾿ ἀρέσει περισσότερο ἡ ταραχή· ἐφαίνονταν δύο δύο, τρία τρία, καὶ ἐξάνοιγες λευκὰ τὰ κατάρτια ἀπὸ τὰ φουσκωμένα πανιά, λευκὰ ἀπὸ τοὺς διασκορπισμένους ἀφροὺς τὰ κύματα, τὰ ὁποῖα μὲ μία βουή, ὁποῦ λὲς καὶ ἦταν χαρᾶς, ἀναγάλλιαζαν εἰς τὸ πέλαγο τοῦ Ἰονίου, καὶ ἐσυντρίβονταν εἰς τὸ γιαλὸ τῆς Ζακύνθου.

 

To tell you the truth, I always liked the serenity/peace, wherever it appears/manifests itself clear; I considered it like the image of Man, that departs from the troubles/stresses of the world and with honesty presents what he has inside of him But since our boats have passed on and are heading for Mesolonghi, I like the *chaos of the sea more; they appeared two by two, three by three and you were opening up white the XXX and from the sails, white from the foams the waves, which with one big sound, that you say was a roar of happiness, they were gleeing at the Ionian sea, and were crushing down by the shore of Zante.

ΦΙΛ. Τὸ θυμοῦμαι καλά· καὶ τόσος ἦταν ὁ κρότος, καὶ τόση ἡ ἀνακάτωσι τοῦ πελάγου, ὁποῦ σὲ ἐπαραμέρισα, γιὰ ν᾿ ἀποφύγουμε τὸ ῥάντισμα, ὁποῦ ἀποπάνου μας ῾σταλοβολοῦσε ἡ θάλασσα.

I remember it well, and how strong was the boom, and how great the splashing of the sea, that’s when i took you on the side, to avoid getting sprinkled, because right above us the sea was dripping.

 

ΠΟΙΗΤ. Φαίνεται ὅτι ἐκεῖ πέρα οἱ δικοί μας δὲν ἔχουν τόση δυσκολιὰ νὰ βρέχονται μὲ τὸ αἷμα τους, ὅσην ἔχουμε ἐμεῖς νὰ νοτισθοῦμε ἀπὸ ὀλίγες σταλαγματιὲς θαλασσινές.

It seems that beyond there our people wouldn’t have as much difficulty getting wet with their blood, as we have a hard time getting wet from a few drops of the sea.

 

ΦΙΛ. Ἑτοιμάζεσαι πάλι νὰ ξανακοιτάξῃς κατὰ τὸ Μοριᾶ, καὶ νὰ ξανασωπάσῃς... ἀγκαλὰ ἐγὼ ἔχω τὸν τρόπο νὰ σὲ κάμω νὰ ὁμιλῇς ὅποτε θέλω.

You are getting ready to look back at the Peloponnesse, and get silent again. But/However I have the way to make you talk any time/whenever I want.

ΠΟΙΗΤ. Ἐκατάλαβα· θέλεις νὰ ὁμιλήσουμε γιὰ τὴ γλῶσσα· μήγαρις ἔχω ἄλλο στο νοῦ μου, πάρεξ ἐλευθερία καὶ γλῶσσα; Ἐκείνη ἄρχισε νὰ πατῇ τὰ κεφάλια τὰ τούρκικα, τούτη θέλει πατήσῃ ὀγλήγορα τὰ σοφολογιωτατίστικα, καὶ ἔπειτα ἀγκαλιασμένες καὶ οἱ δύο θέλει προχωρήσουν εἰς τὸ δρόμο τῆς δόξας, χωρὶς ποτὲ νὰ γυρίσουν ὀπίσω, ἂν κανένας Σοφολογιώτατος κρώζῃ ἢ κανένας Τοῦρκος βαβίζῃ· γιατὶ γιὰ ῾μὲ εἶναι ὅμοιοι καὶ οἱ δύο.

I understood; Do you want to speak about the language? (Mostly?) I have something else in my mind, (other than/ besides) liberty and language. She (Liberty) began to (step on ) the heads of the Turks, this one (Language) wants to quickly step on the heads of the Sophists, and then hugged, both of them together, Liberty and Language will walk in the path of glory, without ever turning back, even if any Sophist (croaks/ quibbles ) or any Turk (mumbles ). Because, both are the same to me.

 

ΦΙΛ. Βέβαια εἶναι ἐχθροί μας καὶ οἱ δύο· μὲ κανεὶς νὰ θυμηθῶ τὰ λόγια τοῦ Λόκ· — Ἡ γλῶσσα εἶναι ἕνα μεγάλο ποτάμι, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχουν ἀνταπόκρισι τὰ ὅσα γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος, καὶ ὅποιος δὲν τὴν μεταχειρίζεται καθὼς πρέπει, κάνει ὅ,τι τοῦ βολέσῃ, γιὰ νὰ κόψῃ ἢ νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς δρόμους, μὲ τὸ μέσον τῶν ὁποίων τρέχει ἡ πολυμάθεια. Ὅποιος κάνει λοιπὸν αὐτὸ μὲ ἀπόφασι θεληματική, πρέπει οἱ ἄλλοι νὰ τὸν στοχάζωνται ἐχθρὸν τῆς ἀληθείας καὶ τῆς πολυμαθείας.

 

Definitely both are bad to us/enemies. … You make me remember Locke’s words: “Language is a great river, into which everything man knows corresponds, and whoever doesn’t treat this river the way they should, they do whatever is more convenient to them, to cut off or put obstacles/block the way / to the path, within which path and by means of is the act of learning many (Homo Universalis) run. He who does that with an on purpose/ willingly decision, must other consider him as an enemy of the truth and of the paideia of many/learning a lot.

 

 

ΠΟΙΗΤ. Τί λές; ὡς πότε θὰ πηγαίνη ὀμπρὸς αὐτὴ ἡ ὑπόθεσι; ἕνας λαὸς ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος νὰ ὁμιλῇ σ᾿ ἕναν τρόπο, ὀλίγοι ἄνθρωποι ἀπὸ τὸ ἄλλο νὰ ἐλπίζουν νὰ κάμουν τὸν λαὸν νὰ ὁμιλῇ μίαν γλῶσσαν ῾δικήν τους!

What are you saying? Until when will this situation continue? A people from one part speaks in one manner, a few people from another part hope to make the whole people speak one language, their own!

 

 

ΦΙΛ. Γιὰ κάποιο καιρὸ ἡ ὑπόθεσι θέλει ἀκολουθήσῃ· ἡ ἀλήθεια εἶναι καλὴ θεά, ἀλλὰ τὰ πάθη τοῦ ἀνθρώπου συχνότατα τὴν νομίζουν ἐχθρήν. Κάποιοι γνωρίζουν τὴν ἀλήθεια, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ γράφοντας εἰς ἐκεῖνον τὸν τρόπον τὸν σκοτεινὸν ἀπόχτησαν κάποια φήμη σοφίας, τὸν ἀκολουθοῦν, καὶ ἂς εἶναι σφαλερός.

For some time the case will follow; the truth is a good goddess, but the passions of Man often consider her an enemy. Some people know the truth, but because writing in this dark manner they have gained some fame/reputation of wisdom, they continue in this dark manner, even if it is mistaken.

 

ΠΟΙΗΤ. Λοιπὸν εἶναι ἀξιοπαρόμοιαστοι μὲ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι γιὰ νὰ ζήσουν πουλοῦν φαρμάκι.

So they should be compared to those people, which to make a living, sell poison.

 

ΦΙΛ. Περιγράφει τὸ ἐργαστήρι ἑνὸς ἀπ᾿ αὐτοὺς ὁ Σέϊκσπηρ ἐξαίρετα καὶ θέλω νὰ σοῦ ξαναθυμίσω τὰ λόγια του, γιατί, τῇ ἀληθείᾳ, μοῦ ξαναθυμοῦν τὸν τρόπον, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι γραμμένα τὰ βιβλία τῶν Σοφολογιώτατων. — Ἐκρέμονταν ἀπὸ τὸ πατερὸ τοῦ φτωχότατου ἐργαστηρίου μία ξεροχελῶνα, ἕνας κροκόδειλος ἀχερωμένος, καὶ ἄλλα δερμάτια ἀσχήμων ψαριῶν· ἦταν τριγύρου πολλὰ συρτάρια ἀδειανὰ μὲ ἐπιγραφές, ἀγγεῖα ἀπὸ χοντρόπηλο πράσινο, ἦταν φοῦσκες, ἦταν βρωμόχορτα παληωμένα, κακομοιριασμένα δεμάτια βοῦρλα, παληὰ κομμάτια ἀπὸ διαφόρων λογιῶν ἰατρικά, ἀρηὰ σπαρμένα ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, γιὰ νὰ προσκαλέσουν τὸν ἀγοραστή3.

Shakespeare does describe the workshop of one of these, exquisitely and I want to remind you of his words once again, because, honestly, they remind me again of the manner, in which the books of the Wise-Scholars/Pedants are written. -There was hanging from the “rope” of the poor workshop a dry turtle, a stuffed with hay crocodile and other skins of ugly fish. All around were many drawers empty with inscriptions, vases from green fat-clay, there were bubbles/blown glasses (?), old greens that had dried out, old poor bullrush, old pieces of medicine of all kind, here and there, placed so as to invite the customer (buyer).

 

ΠΟΙΗΤ. Βλέπω ἀπὸ μακρυὰ ἕναν Σοφολογιώτατον· ἐπιθυμῶ γιὰ τὴν ἡσυχία μου καὶ γιὰ τὴ ῾δική σου, καὶ γιὰ τὴ ῾δική του, νὰ μὴν ἔλθῃ κοντὰ μας.

I see from faraway a Wise-Scholar; I desire for my peace and for your own peace, and for his peace, that he does not come near us.

 

ΦΙΛ. Τὸ ἐπιθυμῶ πολύ· ἐσὺ θυμώνεις πάρα πολύ.

I desire this so much; you get overall too angry.

 

ΠΟΙΗΤ. Θυμώνω γιατὶ εἶμαι στενεμένος νὰ ξαναπῶ τὰ πράγματα, ὁποῦ εἶπαν τόσες φορὲς τὰ ἄλλα ἔθνη, καὶ δίχως ὠφέλεια νὰ τὰ ξαναπῶ. Οἱ Γάλλοι ἔλαβαν φιλονικεία γιὰ τὴ γλῶσσα, καὶ ἐτελείωσε εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Δαλαμβέρτ· τὴν ἔλαβαν οἱ Γερμανοί, καὶ ὁ Ὄπιτς ἔδωσε τὸ παράδειγμα τῆς ἀλήθειας· τὴν ἔλαβαν οἱ Ἰταλοί, καὶ μὲ τόσο πεῖσμα, ὁποῦ μήτε τὸ παράδειγμα τοῦ Ὑψηλότατου Ποιητῇ εἶχε φθάσει γιὰ τότε νὰ τοὺς καταπείσῃ. Ἡσύχασαν τέλος πάντων, γράφοντας τὴ γλῶσσα τοῦ λαοῦ τους, τὰ σοφὰ Ἔθνη, καὶ ἀντὶ ἐκεῖνες οἱ ἐλεεινὲς ἀνησυχίες νὰ μᾶς εἶναι παράδειγμα γιὰ νὰ τὲς ἀποφύγουμε, ἐπέσαμε εἰς χειρότερα σφάλματα. Τέλος πάντων οἱ Σοφολογιώτατοι ἐκείνων τῶν ἐθνῶν ἤθελαν νὰ γράφεται μία γλῶσσα, ὁποῦ ἦταν μία φορὰ ζωντανὴ εἰς τὰ χείλη τῶν ἀνθρώπων· κακὸ πρᾶγμα βέβαια, καὶ ἂν ἦταν ἀληθινὰ δυνατόν· γιατὶ δυσκολεύει τὴν ἐξαπλωσι τῆς σοφίας· ἀλλ᾿ οἱ δικοί μας θέλουν νὰ γράφουμε μία γλῶσσα, ἡ ὁποία μήτε ὁμιλιέται, μήτε ἄλλες φορὲς ὠμιλήθηκε, μήτε θέλει ποτὲ ὁμιληθῇ.

I get angry because I feel too narrow/limited to say things again, that have been said so many times by other nation, and saying them again will be of no use. The French have taken up a quarrel for language, and it was over by the age of Dalambert; the German took up a quarrel, and Opitch gave the example of truth; the Italians took up a quarrel, and with such stubbornness, that not even the example of the Highest Poet had been enough to convince/persuade them against it. They came to peace, finally, writing in the language of their peoples, the wise Nations, and instead of those poor concerns being an example for us so as to avoid them, we fell right inside the worst mistakes. Anyway, the Wise-Scholars of those nations wanted to write in one language, that was, for once, alive in the people’s lip; bad thing, indeed, and even if it was really possible; because this makes the spreading of wisdom very difficult; but our guys, they want us to write one language, which is neither spoken, nor has ever been spoken in the past, nor will ever be spoken.

 

ΦΙΛ. Ὁ Σοφολογιώτατος ἔρχεται κατὰ ῾μᾶς.

The Wise-Scholar is coming to our place.

 

ΠΟΙΗΤ. Καλῶς τὰ ῾δέχθηκες μὲ τὴν ὑπομονή σου! ἐγὼ δὲν θέλω λόγια μ᾿ αὐτόν. Κοίτα πῶς τρέχει! Τὸ πηγούνι του σηκώνει τὴν ἄκρη, ὡσὰν νὰ ἤθελε νὰ ἑνωθῇ μὲ τὴ μύτη. Ὢ νὰ ἐγένονταν ἡ ἕνωσι, καὶ τόσο σφιχτή, ῾πού νὰ μὴν μπορῇ πλέον ν᾿ ἀνοίξῃ τὸ στόμα του, γιὰ νὰ φωτίσῃ τὸ γένος!

Welcome with your patience ! I don’t want a word with him. Look how he’s running ! his chin is pulling up, as if it wanted to come one with his nose. Oh if only this unity happened, and a unity so tight, that he would not be able to open his mouth any more, and try to enlighten the Nation!

 

ΣΟΦΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΣ :  Ἔφαγα τὸν κόσμο, φίλτατε, γιὰ νὰ σ᾿ εὕρῳ· ἔτρεχα, ὅπως εἶναι τὸ χρέος ἑνὸς καλοῦ πατριώτη νὰ τρέχει, ὅταν εἶναι εἰς κίνδυνον ἡ δόξα τοῦ γένους· ἕνα βιβλίο θέλει τυπωθῇ ῾γλήγορα, γραμμένο εἰς τὴ γλῶσσα τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδας, ὁποῦ λέγει κακὸ γιὰ ῾μᾶς τοὺς σοφούς, καὶ μοῦ κακοφαίνεται.

 

I looked everywhere to find you, oh friend; I  run, as is the obligation of a good patriot to run, when the glory of the race is in danger ; a book is about to be printed quite soon, written in the language of the peoples of Greece, where bad things are said about us, the Wise ones, and this I find appalling.

ΦΙΛ. Γιατί σοῦ κακοφαίνεται;

Why does it seem so bad to you? / Why do you find it appalling ?

 

ΣΟΦ. Γιατὶ πολλὰ μυαλὰ εἶναι σωστά, καὶ πολλὰ ὄχι· καὶ ὅσα δὲν εἶναι σωστά, ἠμπορεῖ νὰ ἀπατηθοῦν. Εἶναι τόσοι χρόνοι ὁποῦ σπουδάζω γιὰ τὸ κοινὸν ὄφελος τῆς πατρίδας μου, καὶ δὲν ἐπιθυμοῦσα νὰ ἔβγουν ἄλλοι νὰ μοῦ τυφλώσουν τοὺς ἀνθρώπους. Ἤλθα σ᾿ ἐσέ, ὁποῦ εἶσαι σοφὸς καὶ σύ, γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μὲ ὅσους συλλογίζονται καλά, καὶ νὰ καταπλακώσουμε αὐτὸν τὸν βάρβαρον συγγραφέα.

 

Because many minds (intellects?) are right, and many not. And those that aren’t correct might get tricked. It has been so many years that I have been studying for the common good of my homeland, and I have never wished that others would appear to make my people go blind. I came to you, who are also wise, to get together with those that think correctly, and bring down/crush this barbarian writer.

 

ΦΙΛ. Καὶ ποῖος εἶναι ὁ συγγραφέας;

And who is the writer?

 

 

ΣΟΦ. Δὲν μοῦ εἶπαν τ᾿ ὄνομά του· μοῦ εἶπαν ῾πὼς εἶναι ἕνας νέος, ὁ ὁποῖος γιὰ τὴν κοινὴ γλῶσσα βαστάει πάντα τὸ σπαθὶ στο χέρι, καί, ἀπὸ τὴ μάνητα τὴ μεγάλη, ἠμποροῦμε νὰ ῾ποῦμε ῾πὼς ἐκαταστήθηκε ἄλλος Αἴας μαστιγοφόρος.

They did not tell me his name; they told me that he is a young (man), who regarding the common language is always holding the sword in hand, and, from his enormous anger/mania, we can say that he has become himself another Ajax the lash bearer.

 

ΠΟΙΗΤ. Λοιπὸν πάρε τὰ μέτρα σου, μὴ λάχῃ καὶ στον θυμό του σκοτώσῃ πρόβατα καὶ αὐτός, καὶ ἐντροπιασθῇ.

 

Therefore, take your measures/take action, so that it doesn’t happen and within his mania he kills sheep, too, and embarasses himself.

ΣΟΦ. Ἂς ἐντροπιασθῇ· γι᾿ αὐτὸν δὲν μὲ μέλει· μὲ μέλει γιὰ τὸ κοινὸν ὄφελος.

 


Let him embarrass himself; I don’t care about him; I care about the common good.

ΠΟΙΗΤ. Καὶ τὶ ὄφελος;

 

And what good will that be?

ΣΟΦ. Ἡ γλῶσσα σοῦ φαίνεται ῾λίγη ὠφέλεια; μὲ τὴ γλῶσσα θὰ διδάξῃς τὸ κάθε πρᾶγμα· λοιπὸν πρέπει νὰ διδάξῃς πρῶτα τὲς ὀρθὲς λέξες.

 

Language seems of little good to you? With language you (are supposed to) teach every thing; well, you must first teach the correct words.

 

ΠΟΙΗΤ. Σοφολογιώτατε, τὲς λέξες ὁ συγγραφέας δὲν τὲς διδάσκει, μάλιστα τὲς μαθαίνει ἀπὸ τοῦ λαοῦ τὸ στόμα· αὐτὸ τὸ ῾ξέρουν καὶ τὰ παιδιά.

Wise scholar, the words are not taught be the writer, more than that he learns them from the mouth of the peoples; that even children know.

 

ΣΟΦ. (Μὲ μεγάλη φωνή). Γνωρίζεις τὰ Ἑλληνικά, Κύριε; τὰ γνωρίζεις, τὰ ἐσπούδαξες ἀπὸ μικρός;

(with a great voice) Do you know Greek, Sir ? Do you know it, have you studied (greek) since you were a kid?

 

ΠΟΙΗΤ. (Μὲ μεγαλύτερη). Γνωρίζεις τοὺς Ἕλληνας, Κύριε; τοὺς γνωρίζεις, τοὺς ἐσπούδαξες ἀπὸ μικρός;

(with a greater voice) Do you know Greeks, Sir? Do you know them, have you studied them since you were a kid?

 

ΦΙΛ. Ἀδέλφια, μὴν ἀρχινᾶτε νὰ φωνάζετε, γιατὶ βρισκόμασθε εἰς τὸ δρόμο, καὶ ἡ ἀληθινὴ σοφία λέει τὸ δίκαιόν της μὲ μεγαλοπρέπεια, καὶ χωρὶς θυμούς.

Brothers, do not start shouting, because we are out on the streets, and real wisdom says its right with majesty/gradiosity, not with angers.

 

ΣΟΦ. (Χαμηλώνοντας τὴ φωνὴ καὶ προσπαθώντας νὰ φανῇ μεγαλόπρεπος). Ἀλήθεια, φίλε· ἔτσι ἔκανε καὶ ὁ Σωκράτης.

(Lowering the voice and trying to appear as majestic/gradiosus) Really, friend; that’s how Socrates acted too.

 

ΠΟΙΗΤ. Ἀπαράλλαχτα! Θυμήσου τὸ ὄνομα, γιατὶ ἠμπορεῖ νὰ χρειασθῇ. Ὡστόσο σοῦ ξαναλέγω ὅτι ὁ διδάσκαλος τῶν λέξεων εἶναι ὁ λαός.

Exactly similarly ! (You) remember the name, because you might need it. Nevertheless, I tell you again that the teacher of words is the people.

 

ΣΟΦ. Τοῦτο μοῦ φαίνεται πολὺ παράξενο· ἕνας ἀπὸ τοὺς σοφώτερους τοῦ ἔθνους μας ἔγραψε ὅτι, γιὰ νὰ γράφουμε μὲ τὰ λόγια τοῦ λαοῦ, πρέπει καὶ μὲ τοὺς στοχασμοὺς τοῦ λαοῦ νὰ συλλογιζώμασθε.

 

This seems to me very strangel one of the wisest of our nation wrote that, in order to write with the peoples’ words, we must also muse/think with the peoples’ thoughts/contemplations.

ΠΟΙΗΤ. Αὐτὰ εἶναι τέκνα στραβόκορμα ἑνὸς πατέρα εὐμορφότατου. Ὁ Κονδιλλιὰκ εἶχε ῾πεῖ ῾πὼς ἡ λέξι εἶναι τὸ σημεῖο τῆς ἰδέας· δὲν ἐφαντάσθηκε ὅμως ποτὲ ῾πὼς ὅσοι ἔχουν τὲς ἴδιες λέξες ἔχουν τοὺς ἴδιους στοχασμούς· τὰ νομίσματα εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ζῇς, ἔχουν τὴν ἴδια τιμή· μ᾿ ὅλον τοῦτο εἰς τὰ χέρια μου δὲν ἀξίζουν, γιατὶ δὲν ἠξέρω νὰ τὰ ξοδιάζω, εἰς τὰ χέρια σου ἀξίζουν ὀλίγον περισσότερο, γιατὶ ἠξέρεις καὶ τὰ οἰκονομεῖς, καὶ εἰς τὰ χέρια ἑνὸς τρίτου εἰς ὀλίγον καιρὸ πληθαίνουν. Ἂν ἦταν αὐτὸ ἀληθινό, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἑνὸς τόπου ἔπρεπε νὰ ἔχουν τοὺς ἴδιους στοχασμούς· διαφέρουν ὅμως εἰς αὐτούς, ὅπως διαφέρουν εἰς τὲς φυσιογνωμίες· καὶ ἂν κατὰ δυστυχίαν τοῦ γένους κανένας Σοφολογιώτατος ἐτρελλαινότουν, εἶναι πιθανὸ νὰ ἐξεθύμαινε τὴν τρέλλα του μὲ τὰ ἴδια λόγια, ὁποῦ ἦτο συνειθισμένος νὰ λαλῇ· καὶ γιὰ τοῦτο εἶναι σωστὸ πρᾶγμα νὰ ῾πῶ, ὅτι συλλογίζεται ὡσὰν κ᾿ ἐσένα;

These are offspring of an oddly shaped body, yet offspring of a very handsome father. Condillac had said that the word is the sign of the idea; he did never imagine, though, that “those that have the same words have the same thoughts; the coins in the place at which you live, have the same price; despite that, on my hands, these same coins are useless, because I don’t know how to spend them, whereas on your hands they are a little more worthy, because you know how to save/spare it, and on the hands of a third person, in just a little time the same money multiplies. If that were true, all of the people of a place should have the exact same thoughts; but they differ in these, the same way they differ in looks; and if, for the bad luck of the nation, some Wise Scholar went insane, it is possible that he would overcome his insanity with the same words, with which he was accustomed to converse; and for this reason, is it an accurate thing for me to say, that he thinks the same way that you do?

 

ΣΟΦ. Σ᾿ τοῦτο τὸ στερνό, φρόνιμα ὠμίλησες· τὲς λέξες ὅμως τοῦ λαοῦ νὰ μεταχειριζόμασθε εἶναι ἄγνωστο πρᾶγμα.

In this particular last one, you spoke very wisely; but to use the words of the people, that is an unknown thing.

 

ΠΟΙΗΤ. Τὸ ἐνάντιο εἶναι ἄγνωστο. Εἰς τὶ περίστασες βρισκόμασθε, εἰς τὶ περίστασες βρίσκεται ἡ γλῶσσα μας; Ἐβγῆκε ἀκόμα κανένας μεγάλος συγγραφέας νὰ μᾶς εἶναι παράδειγμα, ὁ ὁποῖος νὰ εὐγένισε ἀληθινὰ τὰ λόγια της, ζωγραφίζοντας μὲ αὐτὰ εἰκόνες καὶ πάθη;

The opposite is unknown. In which circumstances do we find ourselves, in which circumnstances is our language? Has there emerged any big writer to become an example for us, a writer that has deeply/honestly refined/ ennobled the words of our language, painting with them images and passions?

 

ΣΟΦ. ... ῾σὰν τὸν Ὅμηρο, ὄχι βέβαια..

Like Homer, of course not...

 

 

ΠΟΙΗΤ. Πολὺ ῾ψηλὰ ἐπήδησες, φίλε. ῾Πές μου λοιπὸν πῶς πρέπει νὰ πορευθοῦμε;

Way up high you have jumped, oh friend. So, tell me, how should we move forward?

 

 

ΣΟΦ. Πρέπει νὰ τρέξουμε εἰς τὲς μορφὲς τῶν ἑλληνικῶν λέξεων, καὶ νὰ πάρουμε ὅσες ἠμποροῦμε, καὶ κάποιες ἀπὸ τὲς δικές μας, ὁποῦ δὲν εἶχαν οἱ Παλαιοί, νὰ τὲς σύρουμε στην παλαιὰ μορφή.

We must run to the forms of the greek words, take as many as we can, and  some of ours, that the Old ones did not have, to drag them back to the old form.

 

ΠΟΙΗΤ. Γιατί;

Why?

 

ΣΟΦ. Γιατὶ αὐτὲς οἱ λέξες εἶναι εὐγενικότερες.

 

Because these words are more refined / noble.

 

ΠΟΙΗΤ. ῾Πες τὴν ἀλήθεια, εἶναι ἄβλαβη ἡ συνείδησί σου, ἐνῷ μοῦ λὲς τέτοια;

 

Say the truth, is your conscience unhurt, while you say such things?

ΣΟΦ. Ἄβλαβη, μὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Ἑλικῶνος!

Unhurt, for the Love of Helicon!

 

ΠΟΙΗΤ. Φριχτότατος ὅρκος! καὶ βεβαιώσου ῾πὼς μοῦ ταράζει τὰ σωθικά. Ἐγὼ σοῦ λέγω ὡστόσο, ῾πὼς ἔχεις πλακωμένην τὴν κρίσιν ἀπὸ τὸν κόπον, ὁποῦ ἔκαμες, γιὰ νὰ τὲς μάθῃς, καὶ ἐπειδὴ παρατηρῶ ῾πὼς ἐσεῖς ὅλοι ἐλπίζετε νὰ φωτίστε τὸ γένος μὲ τὸ ἀλφαβητάρι στὸ χέρι, σ᾿ ἐρωτῶ ποῖο ἀλφαβητάρι εἶναι εὐγενικώτερο τὸ ῾δικό μας, ἢ τὸ ἰταλικό;

What a terrible oath ! And make sure that it blasts/agitates/upsets my gut. I tell you, nevertheless, that you have beat up/ pressed down judgement, from all the effort that you have put in learning those words; and because I notice that all of you hope to enlighten the nation with an alphabet book in hand, I ask you, which alphabet book is more noble, our book or the italian one?

 

ΣΟΦ. Ὅσο γιὰ τοῦτο... τὰ γράμματα κάθε ἀλφαβηταριοῦ ἔχουν τὴν ἴδιαν εὐγένεια.

As for this matter, the letters of every alphabet have the same nobility.

 

ΠΟΙΗΤ. Ἤγουν δὲν ἔχουν καμμίαν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ τους. Ὅταν εἶναι σκόρπια καὶ ἀνακατωμένα, τί δηλοῦν; ἔρχεται ὁ τυπογράφος, τὰ διαλέει, τὰ βάνει εἰς τάξι, καὶ τὸ μάτι διαβάζει· Οὐρανός, Μᾶρκος Μπότσαρις, Σοφολογιώτατος. Εἰς τὴν πρώτη λέξι, σκύφτω τὸ κεφάλι μου, ἀναδακρύζω στὴ δεύτερη, καὶ εἰς τὴν τρίτη, γελῶ γιὰ χρόνους. τὸ ἴδιο ῾πὲς γιὰ τὲς λέξες· ἡ εὐγένειά τους κρέμεται ἀπὸ τὴν τέχνη, μὲ τὴν ὁποίαν τὲς μεταχειρίζεσαι.

Therefore they have no nobility from their own. When they are scattered and mixed up, what do they show? The printer comes over, picks them up, puts them in order, the eye reads; Sky, Markos Botsaris, Wise Scholar. In the first word, I lean my head, I cry at the second one, and in the third I laugh for years. The same say for the words; their nobility depends on the art, with which you use them.

 

ΣΟΦ. Ὅποιαν τέχνην καὶ ἂν μεταχειρισθῇς, οἱ λέξες τῆς τωρινῆς Ἑλλάδας εἶναι διεφθαρμένες... Τί μὲ κοιτάζεις χωρὶς νὰ ὁμιλῇς;

 

Which ever art you might use, the words of current Greece are corrupted… Why do you stare at me and don’t speak?

ΠΟΙΗΤ. Κοιτάζω τὲς ἄσπρες τρίχες τῆς κεφαλῆς σου.

 

I stare at the white hair of your head.

 

ΣΟΦ. Ἀμμὴ τί ἔχουν νὰ κάμουν μὲ τὲς λέξες;

And what has that to do with the words?

 

XXXXXXXXXXXXXXXXXXXXXXXXXXXXX

ΠΟΙΗΤ. Ἔχουν νὰ κάμουν μὲ τὸν καιρό. Ὁ καιρός, ὁποῦ ἄρχισε νὰ σοῦ κάνῃ σεβάσμια τὰ μαλλιά, διαφθείρει ὅλα τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, καὶ τὲς γλῶσσες ἀκόμα, καὶ ἡσύχασε.

ΣΟΦ. Τί εὐγένεια ἠμποροῦν νὰ ἔξουν οἱ λέξες μας, ἂν εἶναι διεφθαρμένες;

ΠΟΙΗΤ. Τὴν εὐγένειαν, ὁποῦ εἶχαν οἱ ἀγγλικές, πρὶν γράψῃ ὁ Σέϊκσπηρ, ὁποῦ εἶχαν οἱ γαλλικές, πρὶν γράψῃ ὁ Ῥασίν, ὁποῦ εἶχαν οἱ ἑλληνικές, πρὶν γράψῃ ὁ Ὅμηρος, καὶ ὅλοι τους ἔγραψαν τὲς λέξες τοῦ καιροῦ τους. Κάθε γλῶσσα πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ ἔχῃ λέξες ἀπὸ ἄλλες γλῶσσες· καὶ ἡ εὐγένεια τῶν γλωσσῶν εἶναι ὡσὰν τὴν εὐγένεια τῶν ἀνθρώπων· εὐγενὴς ἐσύ, εὐγενὴς ὁ πατέρας σου, ὁ πάππος σου εὐγενής, ἀλλὰ πηγαίνοντας ἐμπρὸς βρίσκεις βέβαια τὸν ἄνθρωπον, ὁποῦ ἔπαιζε τὴ φλογέρα βόσκοντας πρόβατα.

ΣΟΦ. Ἐγὼ δὲν λέγω νὰ γράφουμε καθαυτὸ ἑλληνικά, ἀγκαλὰ ἔπρεπε νὰ κάνουμε χίλιες εὐχὲς γιὰ νὰ ξαναζήσουν ἐκεῖνα τὰ λόγια.

ΠΟΙΗΤ. Ἐγὼ δὲν κάνω καμμία, γιὰ νὰ μὴν χάνω καιρό· καὶ τὴ ζωὴ τοῦ Ματουσάλα νὰ ἤμουν βέβαιος ῾πὼς θὰ ζήσω, δὲν ἄνοιγα στόμα γιὰ τέτοιες εὐχές, οἱ ὁποῖες φέρνουν τὸ ἴδιο ὄφελος, ὁποῦ φέρνουν τὰ κλάϊματα στὰ σώματα τῶν νεκρῶν. Οἱ εὐχές, ὁποῦ κάνω εἶναι γιὰ νὰ ξαναζήσῃ ἡ σοφία, καὶ ἡ σοφία δὲν θέλει ξαναζήσῃ ποτέ, ὅσο γραφεται μὲ τὸν τρόπον τὸν ἐδικόν σας. Ἔλαβα πάντα τὴ δυστυχία νὰ στοχάζωμαι μὲ τὸν Σωκράτη τὲς λέξες ὡσὰν τὲς σφυριές· τὸ αὐτί σου Πυθαγορίζει στὲς παλαιές, τὸ δικό μου καὶ τοῦ γένους στὲς τωρινές.

ΣΟΦ. Καὶ ποῖος ἠμπορεῖ νὰ μοῦ ἐμποδίσῃ νὰ διορθώσω, καθὼς θέλει ὁ Κοραῆς, τὲς λέξες μας μὲ τὰ σχήματα τῆς παλαιᾶς;

ΠΟΙΗΤ. Γιὰ ποῖο δίκαιο θέλεις νὰ κάμῃς τέτοια διόρθωσι;

ΣΟΦ. Γιατὶ ἡ διόρθωσι μιᾶς γλώσσας νέας πρέπει νὰ γείνη μὲ τὴν ὁδηγία τῆς μητρός της· ὅλη ἡ Ἑλλάδα λέγει μάτι, ἐμεῖς πρέπει νὰ διορθώσουμε, καὶ νὰ ῾ποῦμε ὀμμάτιον· λέγει κρεββάτι, πρέπει νὰ ῾ποῦμε κρεββάτιον.

ΠΟΙΗΤ. Ἡ πρόταση αὕτη ὁμοιάζει τὴν τρέλλαν κάποιων ἀνθρώπων, ὁποῦ ἔχουν τὰ φαινόμενα τῆς φρονιμάδας.

ΣΟΦ. Τί ἐννοεῖς νὰ ῾πῇς;

ΠΟΙΗΤ. Ἐννοῶ νὰ εἰπῶ, ὅτι μ᾿ ὅλον ῾ποὺ ἡ πρότασι φαίνεται ῾πὼς περιέχει κάποιο δικαίωμα, ἂν τὴν ῾ξετάξης καλά, δὲν περιέχει κανένα, καὶ εἶναι ἐνάντια εἰς τὰ παραδείγματα τῶν ἄλλων ἐθνῶν.

ΣΟΦ. Τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ μοῦ ἀποδείξῃς.

 

File:Dionysios Solomos - Google Art Project.jpg

ΠΟΙΗΤ. Μετὰ χαρᾶς· καὶ τόσο προθυμότερα σοῦ τὸ ἀποδείχνω, ὅσο συλλογίζομαι ῾πὼς τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτο θεμέλιο, εἰς τὸ ὁποῖο ὑψώνεται τὸ μεγάλο χτίριο τῆς γλώσσας σας, ἡ ὁποία, μὲ τὸ θέλημά σου, εἶναι βαρβαρώτατη, ὅπως θέλει σοῦ τὸ ἀποδείξω εἰς τὸ ἑξῆς. Ἡ διαφθορὰ τῆς μορφῆς τῶν λέξεων, λέγει ὁ Γιβελέν, εἶναι τριῶν λογιῶν· ἢ ἀλλάχνουν τὰ φωνήεντα, ἢ ἀλλάχνουν τὰ σύμφωνα, ἢ ἀλλάχνουν τοποθεσία τὰ ψηφία, ὁποῦ συνθέτουν μίαν λέξι. Τοῦτο γίνεται εἰς κάθε γλῶσσα, ὁποῦ γεννιέται ἀπὸ ἄλλην. Παρατήρησε τὴ γλῶσσα τῶν Λατίνων, τὴ γλῶσσα τῶν Ἰσπανῶν, τὴ γλῶσσα τῶν Γάλλων, τὴ γλῶσσα τῶν Ἰταλῶν. Σύγκρινέ τες μὲ τὴ γλῶσσα ῾ποὺ τὲς ἐγέννησε, καὶ θέλει ἰδῇς φανερώτατην τὴν ἀλήθειαν, ὁποῦ σοῦ λέγω. Τώρα ἂς πάρουμε τὸν πρῶτο στίχο τοῦ Δάντη, καὶ ἂς τὸν διορθώσουμε κατὰ τὸν τρόπο, ὁποῦ σεῖς ἀποφασίσετε νὰ μεταχειρισθῆτε· Νel mezzo del cammin i nostra vita. Ἡ ἰταλικὴ γλῶσσα δὲν εἶναι καθαυτὸ θυγατέρα τῆς Λατινικῆς, εἶναι ἐγγονή της· ἂς κάμουμε τὴ διόρθωσι μὲ τὴν ἰδίαν ἐπιδεξιότητα, μὲ τὴν ὁποία τὴν κάνετε ἐσεῖς εἰς τὴ γλῶσσα σας· Νel, εἶναι βάρβαρο, πρέπει νὰ ῾πούμε in, - mezzo, ῾κεῖνα τὰ δύο zz εἶναι βάρβαρα, πρέπει νὰ ῾ποῦμε medio. - Del, τίποτες. - Cammin, κάθου γύρευε πόθεν ἔρχεται· ἀλλὰ θέλει μεγαλοψυχία· ἂς τὸ λατινίσουμε· Cammini. - nostra, πρέπει νὰ ῾ποῦμε nostrae. - vita, πρέπει νὰ ῾ποῦμε vitae. νά, διορθωμένος ὁ στίχος καὶ φωτισμένο τὸ γένος! Ιn medio cammini nostrae vitae.

ΣΟΦ. Τοῦτο εἶναι γελοῖον.

ΠΟΙΗΤ. Καὶ τὰ ῾δικά σας τάχα ἀλλοιώτικα εἶναι; Εἶναι ἀπαράλλαχτα τὰ ἴδια. Καὶ τόσον ἀνόητος ἦταν ὁ Δάντης νὰ μὴν ἠξεύρῃ καὶ αὐτὸς κατ᾿ ἀναλογία νὰ κάμῃ στὴ γλῶσσα του τέτοια διόρθωσι; Οἱ στίχοι του οἱ λατινικοὶ δὲν εἶναι βέβαια εὔμορφοι, ὅπως μὲ τὸν Βιργίλιο, ὁποῦ ὅλον τὸν εἶχε στο νοῦ του, δὲν ἤθελε πολὺ τέτοιες διόρθωσες νὰ τὲς κάμῃ. Γιατὶ δὲν τὲς ἔκαμαν οἱ Γάλλοι; γιατὶ δὲν τὲς ἔκαμαν οἱ Λατῖνοι; Καὶ πῶς ἠμπορούσαν νὰ τὲς κάμουν; Ἂς πάρουμε τὴν ὕστερη λέξι, καὶ ἂς ἰδοῦμε ἂν ἠμπορῇ ποτὲ νὰ ξεβαρβαρωθῇ. Εἴπαμε vitae, ἀντὶ γιὰ vita· ἀλλὰ ἐξεβαρβαρώθηκε εἰς τέτοιον τρόπο; Ὄχι, Σοφολογιώτατε· ἡ μορφὴ τῆς λέξης ἔπεσε ἀπὸ μίαν βαρβαρότητα εἰς ἄλλην· τὸ vitae εἶναι διεφθαρμένο καὶ αὐτὸ ἀπὸ τὸ θαυμαστό σου τὸ βίος, τὸ ἑλληνικό· τὸ βίος λοιπὸν εἶναι ἡ πρωτότυπη μορφή, Καὶ ἡ ἀληθινὰ εὐγενική; Ποῖος τὸ εἶπε; Ποῖος ξεύρει νὰ σοῦ τὸ ῾πῇ; τὸ ὄφις, τὸ ὁποῖο βέβαια τὸ στοχάζεσαι εὐγενικώτερο ἀπὸ τὸ φίδι, τὸ ὄφιςλέγω, μὲ τόσες ἄλλες λέξες, δὲν εἶναι μήτε ἑλληνικό, γιατὶ τὸ οφ εἶναι ξένο, καὶ μοναχὰ ἡ κατάληξί του εἶναι ἑλληνική· Καὶ ἔτσι καθὼς βλέπεις, Σοφολογιότατε, ἀγάλια, ἀγάλια, ἐγὼ σὲ στενεύω νὰ ὁμιλήσῃς τοῦ Ἀδὰμ τὴ γλῶσσα, καὶ ἠμπορῇς νὰ μοῦ ψάλῃς μὲ τὸν Δάντη: La lingua ch᾿io parlai fu tutta spenta4· γιατὶ ἐγὼ σοῦ ἀποκραίνομαι: ὁμίλειε μὲ τὰ νοήματα, γιὰ νὰ μὴ βαρβαρίζης!

ΣΟΦ. ...λοιπόν;

ΠΟΙΗΤ. Λοιπὸν τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδας ὅλες τὲς λέξες...

ΣΟΦ. (κοκκινίζοντας). Πάντα τὸν λαὸ μοῦ βγάνεις ἔξω γιὰ διδάσκαλο! ποῖος τὸ εἶπε ποτέ!

ΠΟΙΗΤ. Πολλοὶ τὸ εἶπαν, πολλοί. Ὁ Βάκων λέγει, δὲν θυμοῦμαι εἰς τὶ μέρος, ὅτι εἶναι κάποιοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι στοχάζονται ῾πὼς τὰ πράγματα εἰπώθηκαν ὅλα, καὶ ἐσὺ στοχάζεσαι ῾πὼς δὲν εἰπώθηκε τίποτε.

ΣΟΦ. Σὲ παρακαλῶ νὰ μοῦ ῾πῇς ποῖος τὸ εἶπε;

ΠΟΙΗΤ. Ἄκουε, Σοφολογιώτατε, Καὶ τρόμαξε· Is qui omnium eruditorum testimonio totiusque iudicio Graeciae cum prudentia et acumine et venustate et subtilitate tum vero eloquentiae (ἄκους Σοφολογιώτατε; eloquentiae), varietate, copia, quam se cumque in partem dedisset omnium fuit facile princeps5.

ΣΟΦ. Ποῖος; ῾πές μου ποῖος, νὰ ἡσυχάσουμε.

ΠΟΙΗΤ. Θυμήσου τὸ ὄνομα, ὁποῦ ἐμελέτησες προτήτερα, γιατὶ τώρα χρειάζεται.

ΣΟΦ. Ποῖος, ὁ Σωκράτης;

ΠΟΙΗΤ. Ὁ ἴδιος· καὶ ἐπειδὴ σὲ βλέπω καὶ ἀχνίζεις εἰς τ᾿ ὄνομά του, νὰ σὲ θερίσω καὶ μὲ τὰ λόγια του6·

«Ἀλκ. Οἴμαι ἔγωγε· ἀλλὰ γοῦν πολλὰ οἶοί τ᾿ εἰσὶν (οἱ πολλοὶ) διδάσκειν σπουδαιότερα τοῦ πεττεύειν. - Σωκ. Ποῖα ταῦτα; - Ἀλκ. Οἶον καὶ τὸ ἑλληνίζειν παρὰ τούτων ἔγωγε ἔμαθον· καὶ οὐκ ἂν ἔχοιμι ἐμαυτοῦ εἰπεῖν διδάσκαλον, ἀλλ᾿ εἰς αὐτοὺς ἀναφέρω, οὓς σὺ φῂς οὐ σπουδαίους εἶναι διδασκάλους. - Σωκ. Ἀλλ᾿ ὦ γενναῖε, τούτου μὲν ἀγαθοὶ διδάσκαλοι οἱ πολλοί, καὶ δικαίως ἐπαινοῖντ᾿ ἂν αὐτῶν εἰς διδασκαλίαν. - Ἀλκ. Τί δή; - Σωκ. Ὅτι ἔχουσι περὶ αὐτά, ἃ χρὴ τοὺς ἀγαθοὺς διδασκάλους ἔχειν.»

ΣΟΦ. ...Μὴ λάχῃ καὶ ἐννοεῖ τίποτε ἄλλο;

ΠΟΙΗΤ. Ἐσύ, ὁποῦ εἶσαι ἑλληνιστής, μοῦ κανεὶς ἑμὲ τέτοια ἐρωτήματα; εἶναι δουλειὰ ῾δική σου.

ΣΟΦ. Δὲν σοῦ λέγω τὸ ἐναντίο... Εὐμορφότατα λόγια!

ΠΟΙΗΤ. Εὐμορφότατο νόημα! Ναί, εὐμορφότατο νόημα: Ἀμμὴ τί ἤθελες; νὰ γράφῃ τὲς λέξες τῆς κεφαλῆς του καθένας; μὲ ποῖο δικαίωμα; μὲ τὸ δικαίωμα, ῾που δίνει τὸ πνεῦμα καὶ ἡ μάθησι; Καλό, λοιπόν· ἕνας, ὁποῦ ἔχει πνεῦμα καὶ μάθησι, φτειάνει μορφὲς λέξεων καθὼς θελήσῃ, ἕνας ἄλλος κάνει, τὸ ἴδιο, ἕνας τρίτος κάνει χειρότερα, καὶ εἰς ὀλίγον καιρὸ δὲν ἔχουμε παρὰ σκοτάδια πυκνότατα. Γιὰ τοῦτο ἡ φύσι τῶν πραγμάτων ἠθέλησε νὰ γεννιοῦνται τὰ λόγια ἀπὸ τὸ στόμα ὄχι δύο καὶ τριῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ λαοῦ τὸ στόμα· καὶ ἡ φιλοσοφία ἀγροίκησε αὐτὴν τὴν θέλησί της, καὶ τὴν ἐκήρυξε στους ἀνθρώπους. Ὅσο μὲν γι᾿ αὐτό, ὁποῦ ὑποπτεύεσαι, ῾πὼς νὰ εἶναι ἄλλο τι ἀπ᾿ ὅ,τι σημαίνουν τὰ λόγια, γιὰ ν᾿ ἀφήσῃς κάθε ἀμφιβολία νὰ σοῦ ῾πῶ πόσοι Κλασικοὶ ἐξαναεῖπαν τὸ ἴδιο πρᾶγμα.

ΣΟΦ. Ὄχι, ὄχι, μὴ μελετήσῃς κανέναν, γιατὶ ὁ Πλάτων ἀξίζει γιὰ ὅλους τους, καὶ γιὰ ὅσους θὰ γεννηθοῦν.

ΠΟΙΗΤ. Δικαία κρίσι· ἀλλὰ ἡ προφητεία τὴν ὑπερβαίνει.

ΣΟΦ. Ἐγὼ πιστεύω τοῦ Πλάτωνος, περσότερο ἀπὸ ὅσα δικαιωματα ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ προβάλῃ παρὰ νὰ ἀμφιβάλλω στὰ λόγια του, κάλλιο νὰ τρελλαθῶ, καὶ ἤθελε τῳόντι τρελλαθῶ, ἂν ἀμφίβαλλα. Ἀγκαλά... τέτοιο πρᾶγμα μοῦ κάνει μεγάλην ἀγανάχτησι στὴν ψυχή μου... Εἶσαι γενναῖος;

ΠΟΙΗΤ. Καὶ ἂν δὲν εἶμαι, — ἀκολουθώντας τὰ παραδείγματα τόσων ἄλλων, προσπαθῶ νὰ φαίνωμαι τέτοιος.

ΣΟΦ. Ὤ! εἶσαι τέτοιος βέβαια, εἶσαι τέτοιος!

ΠΟΙΗΤ. Εὐχαριστῶ, καὶ ἂς εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ῾ποὺ μὲ βλέπεις.

ΣΟΦ. (ὁμιλώντας ἀγαλινά). Πιστεύεις ῾πὼς ὁ Πλάτων (Θεέ μου, συγχώρεσέ με!) ὁ Πλάτων, λέγω, ὁ ἴδιος, ὁποῦ τὸ εἶπε, πιστεύεις ῾πὼς ἔγραφε καθὼς ὁμιλεῖ ὁ λαός;

ΠΟΙΗΤ. Δὲν τὸ πιστεύω· καὶ ποῖος τὸ πιστεύει;

ΣΟΦ. Τὸ πιστεύουν ὅσοι εἶναι τῆς χυδαϊκῆς φατρίας.

ΠΟΙΗΤ. Στρεβλὸ πρᾶγμα.

ΣΟΦ. Τί ἔλεγες ἕως τώρα σὺ ὁ ἴδιος;

ΠΟΙΗΤ. Τίποτε ἀπὸ αὐτά. Ἐμεῖς δὲν εἴπαμεν ἀκόμη πὼς πρέπει νὰ γράφουμε τὴ γλῶσσα· ἕως τώρα, εἶπα, καὶ σοῦ ἀπόδειξα, ῾πὼς οἱ μορφὲς τῶν λέξεων, ὅταν εἶναι κοινές, δὲν εἶναι ὑποκείμενες νὰ ἀλλάζωνται ἀπὸ κανέναν, μὲ πρόφασι διόρθωσης· καὶ τίποτε ἄλλο.

ΣΟΦ. Καὶ τὰ λόγια τοῦ Πλάτωνος γιατί μοῦ τὰ ἀνέφερες;

ΠΟΙΗΤ. Γιὰ νὰ καταπεισθῇς ῾πὼς τὴ σημασία τῶν λέξεων ὁ λαὸς τὴν διδάσκει τοῦ συγγραφέα.

ΣΟΦ. Τὸ σύγγραμμα λοιπὸν θὰ εἶναι κάθε ἄλλο πρᾶγμα ἀπὸ τοῦ λαοῦ τὴν ὁμιλία.

ΠΟΙΗΤ. Ὄχι κάθε ἄλλο πρᾶγμα· ἐκεῖνο, ὁποῦ λέγει ὁ Βάκων γιὰ τὴ φύσι, δηλαδή, ῾πὼς ὁ φιλόσοφος, γιὰ νὰ τὴν κυριέψῃ, πρέπει πρῶτα νὰ τῆς ὑποταχθῇ, ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ ῾πῇ γιὰ τὴ γλῶσσα· ὑποτάξου πρῶτα στὴ γλῶσσα τοῦ λαοῦ, καί, ἂν εἶσαι ἀρκετός, κυρίεψέ την.

ΣΟΦ. Αὐτὸ δὲν τὸ καταλαβαίνω πῶς γίνεται.

ΠΟΙΗΤ. Νά, πῶς γίνεται. Ἀπὸ τὰ παραδείγματα, ποὺ θέλει σοῦ ἀναφέρω, θέλει φανερωθῇ πὼς ὁ συγγραφέας πότε στὲς φράσες του ἀκολουθάει τὸν λαό, πότε ὄχι· πὼς ἡ μορφὴ τῶν λέξεων, ὁποῦ μεταχειρίζεται ὁ λαός, δὲν ἀλλάζεται ἀπὸ τὸν συγγραφέα· πὼς κάθε λέξι γιὰ νὰ λάβῃ εὐγένεια, δὲν χρειάζεται ἄλλο παρὰ ἡ τέχνη τοῦ συγγραφέα· ἂν παίρνω τὰ παραδείγματα ἀπὸ τοὺς ξένους, μὴ μὲ ἐλέγχῃς· γιατὶ τὸ φταίξιμο δὲν εἶναι δικό μου· Quando fui desto innanzi la dimane, pianger senti᾿ fra ῾l sonno i miei figliuoli ch᾿eran con meco, e dimandar del pane7. Παρατήρησε, σὲ παρακαλῶ· — τὸ θυμᾶσαι ὅλο ἐκεῖνο τὸ μεγάλο θαῦμα τῆς Τέχνης, τὸν Οὐγολῖνο; τοῦτα τὰ λόγια σου ἐγγίζουν τὴν ψυχή;

ΣΟΦ. Μάλιστα.

ΠΟΙΗΤ. Ἐδῶ δὲν εἶναι μεταφορὰ καμμία, ἐδῶ δὲν εἶναι καμμία φράσι δεινή, καὶ εἰς τούτους τοὺς τρεῖς στίχους ὁ Ποιητὴς ἀκολουθησε τὸν λαό· μάλιστα εἶναι καλὸ νὰ παρατηρήσουμε ῾πὼς ἐκεῖνο τὸ con meco, ὁποῦ οἱ Ἰταλοὶ τὸ βρίσκουν σωστότατο, δὲν ἠμπορεῖ νὰ προέρχεται παρὰ ἀπὸ τὸν κοινὸ λαό, γιατὶ ὁ συγγραφέας ἀφ᾿ ἑαυτοῦ του δὲν τολμάει νὰ κάμῃ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, θυμήσου τὸ δῶ τοῦ Ὁμήρου8, τὸ ca᾿ τοῦ Δάντη, καὶ ἄλλα τέτοια πλῆθος, καί, γιὰ νὰ πληροφορηθῇς ῾πὼς ὁ συγγραφέας δὲν εἶναι ἐκεῖνος ὁποῦ τὰ πλάττει, βάλε καὶ ἐσύ, κατὰ μίμησιν, ἀντὶ γιὰ ψωμί, ψῶ, νὰ ἰδοῦμε τί ἀπόκρισι λαβαίνεις ἀπὸ τοὺς ἄλλους.

Italians find this quite right, it cannot be diverging from the common people, XXXXX remember Homer, Dante, the writer is not the creator of the form, put you yourself- the writer is following common usage, he is not making it himself.

ΣΟΦ. Εἰς ποῖες περίστασες ὁ ποιητὴς δὲν ἀκολουθάει στὲς φράσες του τὸν λαό;

And which cases does the poet not follow in his phrases the common peole?

ΠΟΙΗΤ. Εἰς πολλές· ὅμως καὶ εἰς αὐτὲς πρέπει οἱ φράσες του νὰ ἔχουν καποίαν ἀναλογία μὲ τὲς ἄλλες, ὁποῦ ὑπάρχουν· ed essa e l'altre mossero a sua danza, e quasi velocissime faville, mi si velar di subita distanza9. — Στοὺς πρώτους δύο στίχους, οἱ φράσες τοῦ ποιητῆ εἶναι φράσες τοῦ λαοῦ, στὸν τρίτον ὄχι, καὶ ἔχει τέχνην καλὴν ἡ μορφὴ τῶν λεξεων, μ᾿ ὅλον τοῦτο εἶναι πάντοτε ἡ ἴδια — Io venni in loco d᾿ ogni luce muto10 - αὐτὴ ἡ φράσι δὲν εἶναι τοῦ λαοῦ, τὰ λόγια ὅμως τὰ καταλαβαίνει, γιατὶ εἶναι ῾δικά του.

In many. But even with those circumstances, the phrases have some analogy with others that are already there; ed essa e l'altre mossero a sua danza, e quasi velocissime faville, mi si velar di subita distanza - The first two lines are common speach and the third one is not, and the form has good art in it, even though it is always the same-

this phrase is not of the people, but they understand the words, because it is his.

ΣΟΦ. Δός μου κανένα παράδειγμα, γιὰ νὰ καταλάβω εἰς τί τρόπον οἱ λέξες, ὁποῦ φαίνονται χυδαϊκές, ἠμποροῦν νὰ εὐγενισθοῦν.

Give me an example, so that I understand in which way words, wherever they appear as vulgar can become noble.

ΠΟΙΗΤ. Εὐθύς· ὄχι ποτὲ ἀλλάζοντας μορφή. Ἀλλὰ ῾πές μου ἐσὺ πρῶτα, - sollevo, peccator, capo, pasto, forbendo, capelli, αὐτὰ τὰ λόγια σοῦ φαίνονται εὐγενικά;

Right now; not by changing form. But you tell me first, XXXXXXX these words look as noble to you ?

ΣΟΦ. Τὰ τρία τὰ στερνὰ μοῦ φαίνονται πολὺ χυδαῖα.

The last three seem to me to be very vulgar.

ΠΟΙΗΤ. La bocca sollevo dal fiero pasto - quel peccator, forbendola a᾿ capelli - del capo ch'elli avea di retro guasto11. Τώρα ἐκεῖνο τὸ forbendo, ἐκεῖνο τὸ pasto σοῦ φέρνουν φρίκη ἢ ὄχι;

Now this forbendo, that pasto, do these words horrify you or not?

ΣΟΦ.

ΠΟΙΗΤ. Νά, λοιπόν, ἂν ἔχῃς ψυχή, αἰσθάνεσαι ῾πὼς ἔτσι μεταχειρισμένα τὰ λόγια δὲν εἶναι χυδαϊκά· ἂν δὲν ἔχῃς, μήτε τὰ φαντάσματα τῆς ποιήσεως βλέπεις, μήτε τὰ πάθη αἰσθάνεσαι, καὶ μὲ τὴν πρόληψι, ῾ποὺ ἔχεις, τὰ λόγια σοῦ φαίνονται χυδαϊκά.

There you go, if you have soul, you feel that used these words this way are not vulgar; if you do not have a soul, you do not see the poetry's ghosts, you do not feel the emotions, with the preoccupation that you have, these words seem as vulgar to you.

ΣΟΦ. Ἡ βάσι λοιπόν, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ καλλωπίσουμε τὴ γλῶσσα μας, ἀντὶ νὰ εἶναι ἡ ἑλληνική, θέλεις νὰ εἶναι ἡ τωρινή;

The basis

ΠΟΙΗΤ. Ἐξ ἀποφάσεως.

By decision.

ΣΟΦ. Καὶ πῶς ἠμπορεῖ νὰ γείνη αὐτό; Εἶναι τόσες διάλεκτοι στην Ἑλλάδα καὶ δὲν ἀκουόμασθε ἀνάμεσώ μας.

How can this happen ? There are so many dialects and we don't understand each other.

ΠΟΙΗΤ. Πόσες διάλεκτοι; Πόσες; Κύττα καλά, μὴ σὲ ἀπατήσῃ ἡ διαφορὰ τῆς προφορᾶς, ἐνῶ κρίνεις τὲς διαλέκτους τῆς Ἐλλάδας· δέκα λόγια, ὁποῦ ἐμεῖς ἔχουμε ἀλλοιώτικα ἀπὸ ῾κεῖνα, ὁποῦ ἔχουν εἰς τὸ Μοριά, τί πειράζουν; Ἔπειτα, ποῖες εἶναι τοῦτες οἱ μεγάλες διαφορές; Ἐμεῖς λέμε πατερό, καὶ ἄλλοι λένε πάτερο, ἐμεῖς λέμε ματία, καὶ ἀλλοῦ λένε ματιά, ἐμεῖς λέμε ἀέρας, καὶ ἀλλοῦ λένε ἀγέρας, ἐμεῖς ἠμποροῦνε, καὶ ἀλλοῦ λένε ἠμποροῦν· τὶ διαφορὲς εἶναι τοῦτες; δὲν ἀκουόμασθε ἀναμεσώ μας; ἄφησε νὰ τὸ λέγουν οἱ Ἰταλοί, οἱ ὁποῖοι ἀληθινὰ δὲν ἀκούονται. Ἔλαβες ξένον δοῦλον ποτέ;

How many dialects? How many? Look carefully, do not be tricked by the difference of pronunciation, when you judge the dialects of Greece, ten words that we have different than those that they have in the Peloponnese, what do they matter? Then, which are these big differences? We say

ΣΟΦ. Τοὺς δούλους μου βγάνεις ἔξω;

Do you count out my slaves?

ΠΟΙΗΤ. Ἀποκρίσου, γιατὶ δὲν ἠξέρεις ποῦ ἀποβλέπει ἡ ἐρώτησί μου.

Answer, because you do not know where my question is pointing.

ΣΟΦ. Ἔλαβα.

I understood.

ΠΟΙΗΤ. Ὅταν ὠμιλοῦσαν τοὺς ἐκαταλάβαινες;

Do you understand them when they talked?

ΣΟΦ.

ΠΟΙΗΤ. Ἀποκρίνομαι ἐγώ· ἐγὼ ἔλαβα δούλους ξένους, ἕναν ἀπὸ τὴ Μάνη, καὶ τὸν ἐκαταλάβαινα ἐξαίρετα· ἕναν ἀπὸ τὸ Γαστούνι, ἕναν ἀπὸ τὸν Ὄλυμπο, ἕναν ἀπὸ τὴ Χιό, ἕναν ἀπὸ τὴ Φιλιππούπολι, καὶ τοὺς ἐκαταλάβαινα ἐξαίρετα· ἄκουσα νὰ ὁμιλοῦν ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι, ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὰ λοιπά, καὶ τοὺς ἐκαταλάβαινα τόσο, ὁποῦ σχεδὸν ἔλεγα ὅπως εἶναι ἀπὸ τὸν τόπο μου.

I will answer for you; I had servants from another part of Greece, one from Mani, and I understood him perfectly; one from Gastouni, one from Olympus, one from Chios, one from Filippoupoli, and I understood them perfectly; I heard people XXXx where I thought they almost spoke like from my place.

ΣΟΦ. Ἀμμὴ αὐτοὶ ἦταν ἀμαθέστατοι ὅλοι.

ΠΟΙΗΤ. Ἦταν· καὶ ὁ Χριστόπουλος, ὁποῦ εἶναι κάθε ἄλλο παρὰ ἀμαθέστατος, γράφει μὲ τὲς λέξες αὐτῶν.

Was and Christopoulos, who is nothing but in uneducated, writes with their words.

ΣΟΦ. Καὶ αὐτὲς οἱ λέξες...

ΠΟΙΗΤ. Καὶ αὐτὲς οἱ λέξες εἶναι οἱ ἴδιες, μὲ τὲς ὁποῖες βρίσκεις γραμμένη τὴ Βοσκοπούλα, ποίημα, ὁποῦ δὲν εἶναι γυναῖκα νὰ μὴ γνωρίζω, καὶ ἔχει στὴ ῥάχη του χρόνους διακοσίους. Εἴδαμε τὰ Κλέφτικα τυπωμένα, καὶ γνωρίζουμε καὶ ἄλλα ἀπ᾿ αὐτά, καὶ ἐπαρατηρήσαμε ῾πὼς δὲν ἔχουν μία λέξι, ῾ποὺ νὰ μὴ σῴζεται στὴ Ζάκυνθο.

And with these words you find written the poem of the Shepherdess, and there is no woman of Greece that does not know this poem, and it has two hundred years on its back. We have seen the Kleftika songs in print, and we know more than these, and we have noticed that there is no word that is not preserved on Zakynthos.

ΣΟΦ. Καὶ ἡ φτώχεια τῆς γλώσσας δὲν σοῦ φέρνει σύγχυσι καμμία;

And the poverty of language does not bring you any bother?

ΠΟΙΗΤ. Πρῶτον μέν, δὲν ἄκουσα ποτὲ ῾πὼς ἡ φτώχεια μιᾶς γλώσσας εἶναι ἀρκετὸ δικαιολόγημα, γιὰ νὰ τὴν ἀλλάξουν οἱ σπουδαῖοι· δεύτερον δέ, ποῖος ἀποφάσισε ῾πὼς εἶναι φτωχή;

First of all, I have never heard that the poverty of a language is enough a reason for the important people to change it; secondly, who decided that it is empoverished?

ΣΟΦ. Ὅλοι οἱ σοφοὶ τοῦ ἔθνους.

All the wise of the nation.

ΠΟΙΗΤ. Σοφοί; ἂς εἶναι· καὶ οἱ σοφοὶ δὲν σοῦ φαίνονται ῾πὼς ἠμποροῦν νὰ κάνουν λάθος;

YOu don't think that the learned can make a mistake?

ΣΟΦ. Εἶναι εὐκολώτερο νὰ λανθάνεσθε ἐσεῖς.

It is more likely that you will make the mistake.

ΠΟΙΗΤ. Νὰ ἦταν τοῦτο ζήτημα σκοτεινὸ καὶ καινούριο, ἴσως· ἀλλὰ εἶναι καινούριο; εἰς τὴν ἐποχὴ τοῦ Δάντη δὲν ἐκινήθηκε κάτι παρόμοιο; ὅλοι οἱ σοφοί, καθὼς τοὺς κράζεις ἐσύ, ἐκείνου τοῦ καιροῦ, δὲν ἐκατάτρεξαν τὸν Δάντη; δὲν τοῦ ἔλεγαν ῾πὼς ἡ γλῶσσα εἶναι διεφθαρμένη, δυστυχισμένη, φτωχή, καὶ ῾πὼς δὲν εἶναι ἀξία νὰ τὴ γράψῃ ἀνθρωπος, ὁποῦ ἔχει σοφία; δὲν αὐθάδιασαν νὰ τὸν φωνάξουν ῾πὼς ἤπρεπε νὰ διπλώσουν μὲ τὰ συγγράμματά του τὸ πιπέρι; Τί λοιπὸν μοῦ φέρνεις ἔξω τοὺς σοφούς, γιὰ νὰ μὲ τρομάξης; δὲν εἶχαν εἰς τοῦτο περισσότερη γνῶσι ἀπὸ τοὺς φιλοσόφους οἱ χυδαῖοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐτραγουδοῦσαν στοὺς δρόμους τοὺς στίχους του; Εἶναι τώρα ἕνας στην Ιταλία ῾ποὺ νὰ μὴ σπουδάζῃ, γιὰ νὰ μάθῃ τὴ γλῶσσα τοῦ Δάντη;

If only it were a dark and new question, maybe; but is it new ? Was not there at the time of Dante a movement similar? All the wise, as you call them, did not run against Dante? Did they not tell him that language is corrupt, sad, poor, and that it is not worth to be written by some person, that has wisedom?
intimidate the learned 
Is there anyone in Italy today that is studying and learns the language of Dante?

* * * 12

ΣΟΦ. Ἐγὼ σὲ βεβαιώνω ὅτι πολεμῶ γιὰ τὴν ἀλήθεια, καὶ ὄχι γιὰ τίποτε ἄλλο.

I am fighting for the truth; for nothing else.

ΠΟΙΗΤ. (Πιάνοντας φιλικὰ τὸ χέρι τοῦ Σοφ.) Τίμια λόγια σοῦ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸ στόμα· καὶ ἐγὼ καὶ ἐσὺ πολεμοῦμε γιὰ τὴν ἀλήθεια· ἀλλὰ συλλογίσου καλά, μήπως κυνηγώντας τὴν ἀλήθειαν εἰς ἐκεῖνον τὸν τρόπο, ἀπατηθῇς, σφίγγοντας εἰς τὸν κόρφο σου τὸ φάντασμά της. Ἔλα στὸ νοῦ σου, στοχάσου πόσο κακὸ κάνει ἡ γλῶσσα ῾ποὺ γράφετε· ὡς πότε θὰ ἀκολουθοῦν νὰ μᾶς κλαίγουν οἱ ξένοι, καὶ νὰ μᾶς ξαναθυμοῦν τὲς δόξες τῶν παλαιῶν μας, γιὰ νὰ μᾶς αὐξήσουν τὴν ἐντροπή; «Ἡ δάφνη κατεμαράνθη», ἐφώναξε ὁ γενναῖος, πικρότατα καὶ ἀληθινὰ λογια! Ναί! ἀλοίμονον! ἡ δάφνη κατεμαράνθη! Ἔρχεται ὁ ξένος καὶ βρίσκει ἀκόμη ζωντανὲς πολλὲς συνήθειες τῆς Ἰλιάδος· ἀκόμη οἱ γυναῖκες λέγουν τὰ μυρολόγια εἰς τὰ λείψανα, καὶ τὰ φιλοῦν· ἀκόμη ὁ γέρος στὴ δυστυχιά του χτυπάει τὸ μέτωπό του μὲ τὰ δυό του χέρια, καὶ τὰ σηκώνει στον οὐρανό, ῾σὰν νὰ ἤθελε νὰ τὸν ἐρωτήσῃ, γιατὶ ἔπεσε τέτοια συμφορὰ στο κεφάλι του· ἀκόμη γυμνώνει τὸ βυζί της ἡ μάνα καὶ ξαναθυμάει τοῦ παιδιοῦ της τὸ γάλα, ῾ποὺ τοῦ ἔδωσε· ἀκόμη ὁ δοῦλος κάνει ὅρκον εἰς τὸ ψωμί, ῾ποὺ τὸν ἔθρεψε. Ὅμως ὁ ξένος δὲν ἔχει ἄλλα ῾δικά μας νὰ μουρμουρίσῃ στὰ χείλια του παρὰ «Μῆνιν ἄοιδε θεά», γιατὶ ἡ δάφνη κατεμαράνθη. Καὶ τώρα, ῾ποὺ ξαναγίνεται νίκη στὸ Μαραθῶνα, δὲν σῴζεται φωνὴ ἀνθρώπου νὰ ξανακάμῃ στὴ γλῶσσα μας ὅρκον, «Μὰ τὲς ψυχές, ῾πού ἐχάθηκαν πολεμώντας!» γιατὶ ἡ δάφνη κατεμαράνθη (ὁ ποιητὴς κλαίει).

We are both fighting for truth; but think carefully, that maybe longing for the truth, you may be mistaken and clasping the phantom of truth instead.
Until when will they contiune to cry for us, the foreigners and remember again the glory of our old ones/ancestors, to raise our shame/embrassment? The foreigner comes and finds customs of the Iliad still alive; still the women say their lament, kissing the corpses, still the old man knocks his forehead with his two hands, 

the mother bears her brest, the servants swears on the bread that has fed him. But the foreigner only knows ancient greek, because the laurler has withered. And now, that there is a new victory in Marathon, there is no voice to swear in our language by the souls that got lost fighting, because the laurel has withered.

ΣΟΦ. (γελάει) Σὲ παρακαλῶ νὰ θυμηθῇς τὰ λόγια τὰ πικρὰ ῾ποὺ μοῦ εἶπες.

I beg you to remember the words the bitter that you said to me.

ΠΟΙΗΤ. Συγχώρεσέ με· ἔχω εὔκολο τὸ χεῖλο καὶ δὲν ἔχω κακὴ τὴν καρδία· συγχώρεσέ με, σοῦ λέγω.

Forgive me, my lips are easy to speak, but my heart isn't bad. forgive me I tell you.

ΣΟΦ. ῾Πὲς ῾πὼς τὰ ξαστόχησα ὅλα.

Say how I said wrong everything.

ΠΟΙΗΤ. Ὄχι ὅλα, ἀδελφὲ ἀγαπημένε, μὰ τὴ μνήμη τοῦ Μπότσαρι, μὴ τὰ ξαστοχήσῃς ὅλα! Τόσοι πατέρες ἔχουν εἰς τὴ διδασκαλία σου τὰ παιδιά τους, καὶ ἐλπίζουν νὰ τὰ κάμῃς ἀσπίδες τῆς πατρίδας, καὶ μὴν θέλῃς νὰ πάρης τὸ κρῖμα στο λαιμό σου. Δὲν εἶναι ἐντροπὴ νὰ φανερώσῃ ἄλλος ἄνθρωπος ῾πὼς ἔσφαλε, μάλιστα θέλῃ σ᾿ ἐπαινέσῃ κάθε γενναῖος, καὶ ἐγὼ σοῦ δίνω στὸ μέτωπο τὸ φιλὶ τῆς εἰρήνης.

You were not completely wrong, by the memory of Botsaris ! Do not say everything wrong ! A lot of fathers have their children at your school and want to make them shields of the country. And do not want to take the blame on your neck). It is not shameful to accept one person that you were mistaken. you will be well talked of, and I give you on the forehead the kiss of peace.

ΣΟΦ. Ἐμεῖς, ἐμεῖς θέλει σηκώσουμε τοὺς στύλους τῆς γλώσσας, τώρα ῾ποὺ ἡ ἐλευθερία...

We will built up the colmuns of languge, now that freedom...

ΠΟΙΗΤ. Δὲν ὑποφέρεσαι πλέον! Ἐσεῖς, ἐσεῖς θέλει σηκώσετε τοὺς ἰδίους στύλους, ὁποῦ ἔστησε περνώντας ἀπὸ τὴν Παλαιστίνην ὁ Σέσωστρις! δὲν ὑποφέρεσαι πλέον! Ἐσὺ ὁμιλεῖς γιὰ ἐλευθερία; Ἐσύ, ὁποῦ ἔχεις ἁλυσωμένον τὸν νοῦν σου ἀπὸ ὅσες περισπωμένες ἐγράφθηκαν ἀπὸ τὴν ἐφεύρεσι τῆς ὀρθογραφίας ἕως τώρα, ἐσὺ ὁμιλεῖς γιὰ ἐλευθερία; Εἴδαμε τὸ ὄφελος, ὁποῦ ἐκάμετε μὲ τὰ φῶτα σας εἰς τὴν ἐπανάστασι τῆς Ἑλλάδας· ἀκούσαμε ποιητάδες ἀνοήτους, ῾που ἤθελαν νὰ ἀθανατίσουν τοὺς Ἥρωες καὶ οἱ ῾παινεμένοι Ἥρωες δὲν ἐκαταλάβαιναν λέξι· ἀκούσαμε πεζοὺς σκοτεινόμυαλους, οἱ ὁποῖοι ἐπροσπαθοῦσαν νὰ ἀνάψουν φλόγα πολέμου εἰς τὸν λαό, καὶ ἀρχινοῦσαν μὲ τὴ λέξῃ Προτροπή. Καὶ πῶς; ὁ λαὸς τῆς Ῥώμης ἔτρεχε ν᾿ ἀκούσῃ τὸν Κικέρωνα, γιατὶ δὲν ἐκαταλάβαινε τίποτε; γιατὶ δὲν ἐκαταλάβαινε τίποτε, ἐδιώρθωνε ὁ λαὸς τὸν Δημοσθένη, ὁ ὁποῖος ἔπαιξε ἐπιταυτοῦ μὲ τὴ λέξι σφαλμένη; γιατὶ δὲν ἐκαταλάβαινε τίποτε ἐθαύμασε, ὅταν ἐδιάβασε τὴν Ἱστορία του ὁ Ηρόδοτος, κ᾿ ἔκλαιγε ὡστόσο ἀκούγοντάς την ὁ Θουκυδίδης, ὁποῦ ἦταν δεκατριῶν χρόνων; καὶ γιατὶ δὲν ἐκαταλάβαιναν τίποτε, ἐκφωνοῦσαν οἱ Σπαρτιάτες, τρέχοντας εἰς τὴν μάχη, τὰ πολεμικὰ τραγούδια τοῦ Τυρταίου, καὶ αἰσθάνονταν τραγουδώντας καὶ ἄλλην ψυχὴ μὲς στὰ στήθια τους; Ὦ νέοι συμμαθητάδες μου, πῶς ἠμπορεῖτε νὰ λάβετε ποτὲ ἐλπίδα νὰ τραγουδήσουν καὶ τὰ ῾δικά σας, ἐὰν σᾶς τρυποῦν τ᾿ αὐτιὰ οἱ διδάσκαλοί σας μὲ βρώματα, μὲ θούριον, καὶ μὲ παρόμοια; Ὢ Σοφολογιώτατοι! αὐτὰ εἶναι τὰ μαθήματα, ὁποῦ τοὺς δίνετε, καὶ θέλετε νὰ τοὺς φωτίσετε! τόσο κάνει νὰ τοὺς φωτίσετε μὲ μία φούχτα στάχτη στὰ μάτια! Σᾶς δίνω ὅμως τὴν εἴδηση ὅτι ἐτέλειωσε τὸ βασίλειόν σας εἰς τὴν Ἑλλάδα μὲ τῶν Τούρκων τὸ βασίλειο. Ἐτέλειωσε, καὶ ἴσως ἀναθεματίστε τὴν ὥρα τῆς Ἐπαναστάσεως· ὄχι, ὄχι, ἡ Εὐρώπη, ὁποῦ ἔχει προσηλωμένα εἰς ἐμᾶς τὰ μάτια της, γιὰ νὰ ἴδῃ τὶ κάνουμε τώρα, ὁποῦ συντρίβουμε τὲς ἅλυσες τῆς σκλαβιᾶς δὲν θέλει μας ἰδῇ ποτὲ νὰ ὑποταχθοῦμε εἰς τριάντα τυράννους ξυλίνους!

 

ΦΙΛ. Σώπα γιατὶ μαζώνεται ὁ λαός.

ΠΟΙΗΤ. Δὲν μὲ μέλει, ἂς μαζωχθῇ· μάλιστα ἂς μαζωχθῇ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδας ὅλης, γιὰ νὰ τὸν ἀκούσῃ ὁ Σοφολογιώτατος πῶς ὁμιλεῖ· ἂς μαζωχθῇ, γιὰ νὰ τὸν φωνάξω ὅσο δύναμαι δυνατώτερα, πόσο εἶναι ἀδικημένος εἰς τὸ σκῆπτρο τῆς γλώσσας, τὸ ὁποῖον τοῦ ἔδωκε ἡ φύσι. Ἐγνώρισε τὴ δύναμι αὐτοῦ τοῦ σκήπτρου ὁ Σωκράτης, τὴν ἐγνώρισε ὁ Κικέρων, τὴν ἐγνώρισε ὁ Σπερόνης, τὴν ἐγνώρισαν ὅλοι οἱ σοφοὶ κάθε ἔθνους, καὶ κάθε καιροῦ, καὶ τοῦτος θέλει νὰ τὸ ἀδράξῃ ἀπὸ τὰ χέρια του, νὰ τὸ τσακίσῃ καὶ νὰ τοῦ δώσῃ ἄλλο βρυκολακίστικο!

ΣΟΦ. Ἀλλά, Κύριε...

ΠΟΙΗΤ. Ἀλλά, Κύριε, δὲν θέλει τὸ τσακίσετε ποτέ· οἱ ἀνδρεῖοι θέλει τὸ μεταχειρισθοῦν εἰς τὴν πλάτη σας, καθὼς ὁ Ὀδυσσέας ἐμεταχειρίσθηκε τὸ δικό του εἰς τὴν πλάτη τοῦ Θερσίτη.

ΣΟΦ. Ἀλλά, Κύριε...

ΠΟΙΗΤ. Ἀλλά, Κύριε, δὲν ἠξέρεις τι συλλογίζεσαι. Νὰ ἀλλάξῃς τὴ γλῶσσα ἑνὸς λαοῦ! Σῦρε, λοιπόν, τριγύρισε τὴν Ἑλλάδα, σῦρε ναύρης τὴν κόρη, καὶ ῾πές της μὲ τι λόγια πρέπει νὰ λέγῃ ὅτι ἡ εὐμορφότερη εὐμορφία τοῦ κορμιοῦ της εἶναι ἡ τιμή· ἄμε ναὕρης τοὺς πολεμάρχους, ψηλάφησέ τους τὲς λαβωματιές, καὶ πές τους ὅτι πρέπει νὰ τὲς λὲν τραύματα· ἄμε ναὕρης τὸν ἀσπρομάλλη, ὁ ὁποῖος θυμάται πόσον αἷμα μᾶς ἐρούφηξεν ὁ Ἀλῆς, καὶ ῾πές του μὲ τὶ λόγια πρέπει νὰ παρασταίνῃ βρέφη, παρθένες, γέροντες ἀδικοσκοτωμένους ἐξήντα χιλιάδες· ἄμε ναὕρης τοὺς δυστυχέστατους Χιῶτες, οἱ ὁποῖοι παραδέρνουν ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, καὶ ὅταν κουρασθοῦν κάθονται, ἴσως, εἰς κανένα ἔρημο ἀκρογιάλι καὶ ψάλλουν μὲ λόγια ῾δικά τους, «ἐπὶ τὸν ποταμὸν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμε καὶ ἐκλαύσαμε».

ΣΟΦ. Ἀλλά, Κύριε...

ΠΟΙΗΤ. Ἀλλά, Κύριε, δὲν σ᾿ ἀφίνω νὰ ὁμιλῇς πλέον. Ἄλλην ἔγνοια, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ διακονεύετε λέξες μὲ τὰ κεφάλια σας· καὶ τὰ κεφάλια σας εἶναι ἄλαλα καὶ ξερά, ὡσὰν τὰ κρανία, ῾ποὺ κοιμοῦνται στὰ χώματα. Θέλει ἄλλο παρὰ λέξες διακονεμένες γιὰ νὰ ὠφελήσῃς ἕναν λαό, ὁ ὁποῖος πολεμάει γιὰ τὴν ἐλευθερία, ὁποῦ ἔχασε ἀπὸ αἰῶνες, καὶ κάνει τέρατα! Εἶναι δύο φλόγες, διδάσκαλε, μία στο νοῦ, ἄλλη στὴν καρδία, ἀναμμένες ἀπὸ τὴ φύσι εἰς κάποιους ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι εἰς διάφορες ἐποχὲς διαφορετικὰ μέσα μεταχειρίζονται γιὰ ν᾿ ἀπολαύσουν τὰ ἴδια ἀποτελέσματα· καὶ ἀπὸ τὴ γῆ πετιοῦνται στον οὐρανό, καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ πετιοῦνται στον Ἅδη, καὶ ζωγραφίζουν εἰκόνες καὶ πάθη, παρόμοια μ᾿ ἐκεῖνα, ὁποῦ εἶναι σπαρμένα ἀπὸ τὴ φύσι στον κόσμο· καὶ ἀγαποῦν καὶ σέβονται, καὶ λατρεύουν τὴν τέχνη τους, ὡσὰν τὸ πλέον ἀκριβὸ πρᾶγμα τῆς ζωῆς, καὶ ὁμοιώνονται μὲ τὰ συμβεβηκότα, ῾ποὺ περιγράφουν, καὶ κάνουν τοὺς ἄλλους καὶ γελοῦν, καὶ κλαίουν, καὶ ἐλπίζουν, καὶ φοβοῦνται, καὶ δειλιάζουν, καὶ ἀνατριχιάζουν, καὶ δὲν ἀφίνουν ἀναίσθητες παρὰ τὲς πέτρες καὶ σέ.

ΣΟΦ. (Ὁμιλώντας ῾γλήγορα). Καλά, καλά, ἀλλὰ ῾λίγοι γνωρίζουν τὴν παλαιὰν ὀρθογραφία.

ΠΟΙΗΤ. Χαίρετε, λοιπῶν, θεῖοι τόνοι, ὀξεῖες, βαρεῖες, περισπωμένες! χαίρετε ψιλές, δασεῖες, στιγμές, μεσοστιγμές, ἐρωτηματικές, χαίρετε! Ὁ κόσμος τρέμει τὴ δύναμί σας, καὶ οὐδὲ ποιητής, οὐδὲ λογογράφος ἠμπορεῖ νὰ γράψῃ λέξι, χωρὶς πρῶτα νὰ σᾶς ὑποταχθῇ. Ἐσεῖς ἐμπνεύσετε, πρὶν γεννηθῆτε, τὸν Ὅμηρο, ὅταν ἐτραγουδοῦσε τὴν Ἰλιάδα, τὴν Ὀδύσσεια, τοὺς Ὕμνους, καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδας τὸν ἐπερικύκλωνε καὶ τὸν ἐκαταλάβαινε· ἐσεῖς τὸν ἐμπνεύσετε, ὅταν περιγράφῃ τὸν ἀποχαιρετισμὸ τοῦ Ἕκτορος εἰς τὴν Ἀνδρομάχη, καὶ τὸ τέκνο του τὸν φοβᾶται καὶ κρύβεται· ἐσεῖς τὸν ἐμπνεύσετε, ὅταν περιγράφῃ τὸν δυστυχισμένον βασιλέα τῆς Τρωάδας, ῾που παγαίνει στον Ἀχιλλέα, καὶ πέφτει στὰ πόδια του, καὶ τοῦ φιλεῖ τὰ χέρια, ὁποῦ τοῦ εἶχαν ὀλίγο πρωτύτερα σκοτώσει τὸ ἀκριβώτερό του παιδί· ἐσεῖς ἐμπνεύσετε τὸν Δάντη, ὅταν ἐτραγουδοῦσε τὸν Οὐγολίνο μὲ μίαν δύναμι, ῾ποὺ δὲν βρίσκω παρομοίαν εἰς ὅλη τὴν ποίησι τῶν παλαιῶν· ἐσεῖς τὸν Σέϊκσπηρ, ὅταν ἐπαράσταινε τὸν Λέαρ, τὸν Ἅμλετ, τὸν Ὀτέλλο, τὸν Μάκβεθ, καὶ ἀνατρίχιαζεν ὅλος ὁ κόσμος τῆς Ἀγγλίας· ἐσεῖς τὸν Ῥασίν, ἐσεῖς τὸν Γοέθ, ἐσεῖς τὸν Πίνδαρο, ὁποῦ ἦταν στενοχωρημένος ἀπὸ τοὺς σοφολογιώτατους τοῦ καιροῦ του νὰ τοὺς κράζη κοράκους. Κοράκοι, ὅλοι κοράκοι ἀληθινοί, καὶ χειρότεροι ἀπὸ τὸν κόρακα, ὁποῦ ἐβγῆκε ἀπὸ τὴν Κιβωτό, καὶ ἐθρεφότουν ἀπὸ τὰ λείψανα, ὁποῦ εἶχε ἀφήσει ὁ κατακλυσμὸς τοῦ Κόσμου.

ΣΟΦ. (κοιτάζει στὰ μάτια τὸν ποιητὴ καὶ φεύγει).

ΦΙΛ. Εἶμαι βέβαιος ὅτι τοῦ φαίνεται ῾πὼς σ᾿ ἐχαιρέτησε, τόσο εἶναι καταζαλισμένος! δὲν ἠξέρει τὶ ν᾿ ἀποκριθῇ, ὅμως δὲν τὸν ἐκατάπεισες. Τρέχει νὰ ξαναπῇ ἀλλοῦ τί εἶναι γλῶσσα διεφθαρμένη.

ΠΟΙΗΤ. (Κυττάζοντας κατὰ τὸ Μοριᾶ). Ὁ ἥλιος ἔχει συναγμένες τὲς ὑστερινές του ἀχτίνες ἐκεῖ.

ΦΙΛ. Θυμήσου τὰ λόγια τῆς Θείας Γραφῆς· νὰ μὴ σ᾿ εὕρῃ θυμωμένον ὁ ἥλιος ὁποῦ πέφτει.

ΠΟΙΗΤ. Ἁγιώτατα λόγια! καὶ προσπαθῶ, στὴ ζωή μου, νὰ τὰ θυμοῦμαι, ὅσον δυνατὸν περισσότερο· ἀλλὰ κάθε φορά, ῾ποὺ φιλονεικήσω μὲ τοὺς Σοφολογιώτατους, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νὰ τυφλώσουν τὸ γένος, τέτοια λόγια μοῦ βγαίνουν ὁλότελα ἀπὸ τὸ νοῦ.

ΦΙΛ. Ἔχεις προσηλωμένα τὰ μάτια σου ἐκεῖ, καὶ τόσο ἀναμμένος εἶσαι στὸ πρόσωπο, καὶ τόσο σοῦ τρέμουν τὰ μέλῃ, ὁποῦ φαίνεται ῾πὼς ἑτοιμάζεσαι νὰ πᾶς ἐκεῖ πέρα νὰ πολεμήσῃς.

ΠΟΙΗΤ. Μοῦ πονεῖ ἡ ψυχή μου· οἱ δικοί μας χύνουν τὸ αἷμα τους ἀποκάτου ἀπὸ τὸ Σταυρό, γιὰ νὰ μᾶς κάμουν ἐλεύθερους, καὶ τοῦτος, καὶ ὅσοι τοῦ ὁμοιάζουν, πολεμοῦν, γι᾿ ἀνταμοιβή, νὰ τοὺς σηκώσουν τὴ γλῶσσα.

ΤΕΛΟΣ


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.
Ἐγράφηκε στὴ Ζάκυνθο τὸ 1824, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Γ. Τερτσέτης. Ἀντίγραφο τοῦ Διαλόγου, μὲ ἄδεια τοῦ ποιητῆ, ἐπῆρε τότε ὁ φίλος του Πήλικας. Τὸ ἀντίγραφο ἐκεῖνο, ἀποσπασματικό, ἔστειλε ὁ Τερτσέτης στὸν Πολυλᾶ. Ὁ Τερτσέτης μᾶς πληροφορεῖ ἀκόμα πὼς ὁ Σολωμὸς δὲν ἐπιθεώρησε τὸ ἀντίγραφο Πήλικα· ἔτσι δὲν εἴμαστε βέβαιοι τελείως γιὰ τὴν ἀκρίβεια τῆς γραφῆς του.

Σημείωση Τερτσέτη: Ἔγραψε τὸν Διάλογον ὁ Διονύσιος Σολωμὸς εἰς Ζάκυνθον κατὰ τὸ 1824. Σῴζεται τὸ ἀντίγραφον, ἀτελὲς ὡς κατωτέρω θέλομεν σημειώσει, τὸ ὁποῖον φίλος του τις ἀντέγραψεν κατὰ παραγγελίαν τοῦ ποιητοῦ καὶ πρὸς χρῆσιν του· ἀλλὰ οὔτε τὸ ἐπιθεώρησεν, οὔτε ἐδημοσίευσεν τὸν Διάλογον — τὸν δημοσιεύομεν κατὰ τὸ ἀντίγραφον τοῦτο.

2.
Στὴ φήμη στρέφουν, κι ὄχι στην ἀλήθεια,
τὸ βλέμμα καὶ στεριώνουν ἔτσι γνώμη
προτοῦ τὴν τέχνη ἢ τὸ νοῦ ν᾿ ἀκούσουν.
(μετάφρ. Νῖκος Κούρκουλος)

3.
Ῥωμαῖος καὶ Ἰουλιέτα, 6.42.43

4.
Ξεχάστηκε ὅλη ἡ γλῶσσα ποὺ μιλοῦσα
Παράδεισος, ΧΧVI.124 (μετάφρ. Γ. Κότσιρας)
– ἐδῶ μιλάει ὁ Ἀδάμ.

5.
Ἀπὸ τὸ Περὶ τοῦ ῥήτορος, τοῦ Κικέρωνα· στὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ τὸν Σωκράτη· σὲ μετάφραση: Σύμφωνα μὲ τὴν ὁμόφωνη μαρτυρία τῶν μορφωμένων καὶ τὴν ἐτυμηγορία ὅλης τῆς Ἑλλάδας, χάρη στὴν εὐφυΐα, τὴν ὀξύνοια, τὴ χάρη καὶ τὴ φινέτσα του ἀλλὰ καὶ τὴν εὐφράδεια (ἀκοῦς Σοφολογιότατε; εὐφράδεια) τὴν ποικιλία καὶ τὴν πληρότητά του, εὔκολα ξεχώριζε πάνω ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους, ὁπουδήποτε κι ἂν ἔστρεφε τὴν προσοχή του.

6.
Πλάτωνας, Ἀλκιβιάδης 1. Παρατίθεται ἐδῶ ἡ μετάφραση τῆς ἔκδοσης τοῦ Κάκτου: - ΑΛ. Ἔτσι πιστεύω· εἶναι πάντως ἱκανοὶ νὰ διδάξουν πολλὰ ἄλλα σπουδαιότερα ἀπὸ τὸ παιχνίδι τῶν πεσσῶν. - ΣΩ. Ποῖα εἶναι αὐτά; - ΑΛ. Ἂς ποῦμε, ἐγὼ διδάχτηκα ἀπὸ αὐτοὺς τὰ ἑλληνικά, καὶ δὲν θὰ μποροῦσα ν᾿ ἀναφέρω συγκεκριμένο δάσκαλό μου, ἀλλὰ λέω πὼς τοῦτο ἀνήκει σὲ κείνους γιὰ τοὺς ὁποίους λὲς ὅτι δὲν εἶναι σπουδαῖοι δάσκαλοι. - ΣΩ. Εὐγενικέ μου, οἱ πολλοὶ εἶναι καλοὶ δάσκαλοι τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ δίκαια θὰ ἐπαινοῦνταν γιὰ τὴ διδασκαλία τους. - ΑΛ. Δηλαδή; - ΣΩ. Ἐπειδὴ κατέχουν ὡς πρὸς αὐτὰ ὅ,τι πρέπει νὰ ἔχουν οἱ καλοὶ δάσκαλοι.

7.
Κι ὡς ξύπνησα προτοῦ χαράξει ἡ μέρα,
Νὰ κλαῖν᾿ στὸν ὕπνο νιώθω τὰ παιδιά μου
Κοντά μου ἐκεῖ, καὶ νὰ ζητοῦν ψωμάκι.
Κόλαση, ΧΧΧΙΙΙ.37-39 (Μετάφρ. Γ. Κότσιρας)

8.
Συντετμημένος τύπος τοῦ «δῶμα», ποὺ ἐμφανίζεται 25 φορὲς στον Ὅμηρο, π.χ. Ἰλιάδα Α426.

9.
Κι ἄλλες μαζί της πιάνουν τὸ χορό τους
κι ὡς σπίθες ποὺ πετοῦν μὲ γρηγοράδα
μοναστραπὶς μακριά μου ἀφανιστῆκαν.
Παράδεισος, VII.7-9 (μετάφρ. Ν. Καζαντζάκης)

10.
Ἔφτασα ἐκεῖ ποὺ κάθε φῶς σωπαίνει
Κόλαση, V.28 (μετάφρ. Ν. Καζαντζάκης)

11.
Ἄσκωσε τὴ φριχτὴ θροφὴ ἀπ᾿ τὸ στόμα
σφουγγίζοντάς το ὁ κολασμένος τοῦτος
πὰ στὰ μαλλιὰ τοῦ φαγωμένου σβέρκου
Κόλαση, ΧΧΧΙΙΙ.1

12.
Σημείωση Γ. Τερτσέττη: Ἕως ἐδῶ τελειώνουν τὸ πρῶτο, δεύτερο, καὶ τρίτο τετράδιον· δὲν εὑρέθη τὸ τέταρτο, ἴσως λείπει καὶ τὸ πέμπτο· τὸ ἀκόλουθον εἶναι τὸ ὑστερινό.

 

 Article on SOLOMOS - DIALOGOS - The history of the manuscript:

Here

http://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/eranistis/article/viewFile/9444/9643.pdf

Η γλώσσα δεν είναι σπουδή λέξεων αλλά μελέτη ανθρώπων, Δ. Σολωμός, Διάλογος

File:Dionysios Solomos - Google Art Project.jpg
Δ. Σολωμός, Μουσείο Μπενάκη 

Την πνευματική ελευθερία η μεγαλοφυία του Σολωμού την άγγιξε και την διαλάλησε στο «Διάλογό» του με το φίλο του σοφολογιότατο, πάνω στο συσχετισμό ελευθερίας και γλώσσας: 

«Μήγαρις έχω άλλο στο νού μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη (η γλώσσα) θέλει πατήσει ογλήγορα τα σοφολογιοτατίστικα».
«... Και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δυό εις τον δρόμον της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω αν κανένας σοφολογιότατος κρώζει η κανένας Τούρκος βαδίζει, διατί διά με είναι όμοιοι και οι δύο».

Στο θέμα της γλώσσας ο Σολωμός δεν είναι απλά ο τολμηρός πρόδρομος του Ψυχάρη. Είναι ο φωτερός οδηγός όλου του κινήματος του δημοτικισμού, ως κινήματος ελευθερίας:

«Εσύ μιλείς διά ελευθερία; - λέγει ο ποιητής στον σοφολογιότατο - εσύ όπου έχεις αλυσωμένον το νού σου από όσες περισπωμένες εγράφησαν από την εφεύρεσιν της τυπογραφίας έως τώρα, εσύ ομιλείς διά ελευθερία;».

Ο  ποιητής συνδέει την έννοια της ελευθερίας, όχι με την τυπική έννοια της γλώσσας, αλλά με την ευρύτερη έννοια της, ως μέσου διαφωτισμού του λαού, ως μέσου δηλαδή γιά την απολύτρωση του από το σκοτάδι της αμάθειας. Ετσι, και μόνος ο «Διάλογος» του Σολωμού θά αρκούσε γιά ν’ αναγνωριστεί ο ποιητής ως πολύ μεγάλος Ελληνας. Ο «Διάλογος» του είναι ένας φιλιππικός, γεμάτος αλήθεια, ζωντάνια, αγανάκτηση, ορμή και άπλετο φως:

Ποιητής:...«Σοφολογιότατε, αυτά είναι τα μαθήματα που τους δίνετε και θέλετε να τους φωτίσετε! Τότε κάνει να τους φωτίσετε και με μιά φούχτα στάχτη στα μάτια. Σας δίνω όμως την είδησιν οτι ετελείωσε το βασίλειόν σας εις την Ελλάδα, με των Τούρκων το βασίλειον. Ετελείωσε και ίσως αναθεματίσετε την ώρα της Επαναστάσεως...».

Και ο ποιητής συνεχίζει τον φιλιττπικό του κατά των σκοταδιστών:

«... Αλλη έγνοια δεν έχετε παρά να διακονεύετε λέξες με τα κεφάλια σας, και τα κεφάλια σας είναι άλαλα και ξερά, ωσάν τα κρανία που κοιμούνται στα χώματα»

Και συνεχίζει με μιά κεραυνωτική οργή: 

«... Κοράκοι όλοι κοράκοι αληθινοί και χειρότεροι από τον κόρακα, οπού βγήκε από την κιβωτό και εθρεφόταν από τα λείψανα, όπου είχε αφήσει ο κατακλυσμός του κόσμου...».

Με αυτή την ορμή και αγανάκτηση πολεμούσε ο Σολωμός τους σοφολογιότατους, οι οποίοι προσπαθούσαν να τυφλώσουν το Γένος με την καθαρεύουσα τους, τους τόνους και τα πνεύματα της. Αγωνιζόμενος γιά τη γλώσσα καθαγίαζε ταυτόχρονα ενα μέρος της πνευματικής ελευθερίας. Η βαθύτερη ιδέα που κρύβει ο «Διάλογος» βρίσκεται στην περίφημη φράση του ποιητή:


«Υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού κι αν είσαι αρκετός (άξιος), κυρίεψε την».

ΠΟΙΗΤΗΣ: Σοφολογιότατε, τες λέξες ο συγγραφέας δεν τες διδάσκει, μάλιστα τες μαθαίνει από του λαού το στόμα· αυτό το ξέρουν και τα παιδιά.

ΣΟΦΟΛΟΓΙΟΤΑΤΟΣ: Γνωρίζεις τα [αρχαία] Ελληνικά, Κύριε; τα γνωρίζεις, τα εσπούδαξες από μικρός;

ΠΟΙΗΤΗΣ: Γνωρίζεις τους Έλληνας, Κύριε; τους γνωρίζεις, τους εσπούδαξες από μικρός; 


ΠΟΙΗΤ.  Κάθε γλώσσα πρέπει εξ ἀνάγκης να έχη λέξεις απὸ άλλες γλώσσες· Και η ευγένεια των γλωσσών είναι ωσάν την ευγένεια των ανθρώπων· ευγενής εσύ, ευγενής ο πατέρας σου, ο πάππος σου ευγενής, αλλά πηγαίνοντας εμπρός βρίσκεις βέβαια τον άνθρωπον οπού έπαιζε τη φλογέρα του βόσκοντας πρόβατα. 


 
 





Ο Σολωμός, η γλώσσα, η ελευθερία

Η γλώσσα για το Σολωμό δεν είναι υπόθεση της σοφίας, όπως ο μεγάλος Σηκωμός στις ημέρες του δεν έγινε με τα βιβλία. Η γλώσσα φύεται απάνου στη ρέουσα αίσθηση του παρόντος.

 Η γλωσσική μνήμη υποταγμένη στη γλωσσική ορμή συντάσσει το παρελθόν και το μέλλον του λαού στον πνευματικό άκμονα του παρόντος και σφυρηλατεί τη φόρμα της γλώσσας απάνου στη ροή της ζωής. Η γλώσσα δε μαθαίνεται με τη σπουδή των λέξεων αλλά με τη μελέτη των ανθρώπων. Όταν ο κούφιος σοφός ερωτάει το Σολωμό καταφρονητικά :

γνωρίζεις τα ελληνικά, κύριε; 

Ο ποιητής με κυριαρχημένη οργή απαντάει αντιρωτώντας: 

γνωρίζεις τους Έλληνας, κύριε; 

 Η διαφορά ανάμεσα στις δυο ερωτήσεις είναι η διαφορά ανάμεσα στο βαφτίσι και στο μνημόσυνο. Ο ποιητής βλέπει τη γλώσσα στο ζωντανό σώμα του παιδιού, το αποθεμένο στο μυστήριο της αύξησης. Ο κούφιος σοφός σπουδάζει τη γλώσσα κολυμπώντας στη φορμόλη και καμακίζοντας πτώματα. 

Ετούτος πελαγωμένος σε συλλογισμούς και σε κρίσεις πασπατεύει ένα φόρεμα δίχως σώμα, σαν το σκιάχτρο των ξωμάχων. Ο ποιητής όμως προσηλωμένος στο επέκεινα των τύπων σκύβει απάνου στον παλμό της γλώσσας, σαν τις λαβωματιές των ηρώων:

 άμε ναύρης τους πολεμάρχους, ψηλάφησέ τους τες λαβωματιές, και πες τους ότι πρέπει να τες λεν τραύματα· άμε ναύρης τον ασπρομάλλη, ο οποίος θυμάται πόσον αίμα μας ερούφηξεν ο Αλής, και ῾πες του με τι λόγια πρέπει να παρασταίνη βρέφη, παρθένες, γέροντες αδικοσκοτωμένους εξήντα χιλιάδες· 

Για το Σολωμό υπόθεση του γλωσσολόγου, που δεν τον οιστρηλατεί το δημιουργικό πνεύμα του λόγου, είναι το ρούχο μονάχα της γλώσσας. Που το κρεμάς στο καρφί ή το ξετάζεις με κρυάδα στο σάβανο. Το σώμα της όμως, που κάθε στιγμή κινδυνεύει και σφύζει και παθαίνεται, είναι καημός και κατανυχτικό μεράκι του ποιητή. 

Το να διατρέξει κανείς ολόκληρο το ποτάμι της γλώσσας, ωσότου ξεπερνώντας την ειδή να φτάσει στην ιδέα της κι ύστερα μπιστικά να πιάσει ερωτικό αλισβερίσι μαζί της, είναι ιστορία κινδύνου και τόλμης και χάρης. Μόνο με άλματα πράξης και τη δαπάνηση της προσωπικής ζωής καλύπτονται τέτοια δαιδαλικά και βαθυκύανα διαστήματα. 

Κι όσοι στοχάζονται να τα διοδέψουν με τη μελέτη μόνο και τη σπουδή ομοιάζουν εκείνους τους μωρούς, που καταπονιούνται να μετρήσουν τα βουνά με της ελιάς το φύλλο. Ο Σολωμός θα κάμει την αδυσώπητη διάκριση ανάμεσα στο συλλογισμένο τολμητία, τον ποιητή του τραγουδιού της ζωής, που όμως συνεχώς ψιθυρίζει:

μου πονεί η ψυχή μου,

και τον ασυλλόγιστο λογοκόπο, το σοφό και το λόγιο της γλώσσας των χοιρογρυλλίων: 

διαβάζω: σοφολογιώτατος, και γελώ δια χρόνους.

Εξ αιτίας αυτής της επικίνδυνης αφής των πηγών της γλώσσας, ο Σολωμός ένοιωθε στενεμένος ολοζωής, ποτέ με τη γλώσσα να μη προχωρεί και πάντα να ματαρχινάει. Η σταθερά του non finitο σε όλα τα έργα του φανερώνει, πως ουδέποτε ξεμάκρυνε από τους παγετούς του γλωσσικού Καυκάσου. Τιμωρία αντάξια για ένα δώρο, που έφερε στους έλληνες, μεγάλο σαν το φως.

σύρε και φέρε εκείθε δώρο την Αλήθεια στις πονεμένες μας ψυχές.

Ο αγώνας του Σολωμού για τη γλώσσα έχει τα γνωρίσματα του πολέμου. Η ένταση, που ξεπερνάει την πρωτοτυπία, και η σύλληψη, που ανοίγεται στο δέος του δράματος, μεταβάλλει την ειδική στάση σε γενική επανάσταση. Μέσα από το άτομο περνάει ο λαός του. 

Αίας μαστιγοφόρος ο ποιητής θέλει να επικαλεσθεί τον ήλιο, να μαρτυρήσει το δίκιο του για τη γλώσσα, όπως ακριβώς και ο Ρήγας από τον ήλιο εζήτησε να μαρτυρήσει τα πάθη του για την ελευθερία. Την ελευθερία την αναγνωρίζει από την κόψη του σπαθιού, όπως και για τη γλώσσα βαστάει στο χέρι του το σπαθί. 

Εκείνη βγαλμένη από τα κόκκαλα του λαού θα αναγεννήσει την ασφάλεια της πολιτείας, ετούτη όντας η vox populi θα καθιδρύσει την ομορφιά της ζωής:

και οι δύο αγκαλιασμένες θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας.


Δ. Λιαντίνης, Χάσμα Σεισμού, Ο φιλοσοφικός Σολωμός, σσ. 11-17(αποσπάσματα)
εκδόσεις "Πανεπιστημίου Αθηνών", Αθήναι 1985
 
 
 
Του λείπανε  οι λέξεις; 
 
 Ένας λαϊκός θρύλος στη Ζάκυνθο θέλει το Σολωμό  να ''αγοράζει'' λέξεις, πληρώνοντας τους Έλληνες για κάθε νέα λέξη που του έλεγαν. Το ωραιότερο και πλέον δύσκολο πλάνο της βραβευμένης με Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες (1998) ταινίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου ''Μια αιωνιότητα και μια μέρα'' (δ/ση φωτογραφίας Αντρέας Σινάνος).
Αυτή η βαθειά ταύτιση του Σολωμού με την οσμή του χώματος και τη μνήμη των αιμάτων εγέννησε την ατόφια ελληνική του ποίηση. Ο Σολωμός ήταν ορισμένος και στενεμένος από την ίδια τη φύση του να γράψει ποίηση στην ελληνική γλώσσα και για την Ελλάδα μόνο. Οι συνθήκες της ζωής του ημπορεί να τον έφεραν στην Ευρώπη και κατά τούτο ν' ανήκει στην τάξη των μεγάλων μας εξόριστων, όπως είναι ο Κάλβος και ο Καβάφης. Αλλά τούτο είναι μια σύμπτωση, που δεν φτάνει να κλείσει το Σολωμό σ' αυτήν την ομοταξία, όπως θέλει ο Σεφέρης. Ο Σολωμός δεν ετίμησε τις ξένες λογοτεχνίες σαν τό Foscolo και το Moreas, κι ούτε θα γινόταν να τις τιμήσει. Την κιβωτό του, φτωχή ή πλούσια τίμια πάντως, την έστησε σε ατόφιο ελληνικό στυλοπόδι. 
 
Το γεγονός ότι αφήκε κομματιασμένο το ποιητικό του σώμα δεν οφείλεται ούτε στη διγλωσσία ούτε στην άγνοια της ελληνικής γλώσσας. Εάν τα ιταλικά του κείμενα είχαν την αξία του Κρητικού ή του Διάλογου, τότε δεν θα ήταν παρά ένας μέτριος στιχοπλόκος, που η κατάταξή του στα ιταλικά γράμματα θάδινε το μέτρο της ποιητικής του αξίας.
 
Η θέση του προβλήματος δεν έτέθηκε σωστά άπό τό Γιώργο Σεφέρη. Γιατί τό κέντρο του δεν ευρίσκεται στο γιατί ο Σολωμός έγραψε στην ιταλική μόνον ολοκληρωμένα ποιήματα και στην ελ-ληνική μόνον αποσπασματικά. Η ουσία του προβλήματος ευρίσκεται στο γιατί τα άρτια ιταλικά ποιήματα είναι συμβατικά και μέτρια, ενώ τα ελληνικά αποσπάσματα είναι τα μαρμαρύσσοντα δείγματα μιας ποιητικής μεγαλοφυίας. Η αίτια αυτού του παράδοξου είναι όχι ο γλωσσικός αλλά ο αισθητικός του αγώνας. Και η αισθητική του Σολωμού είναι συνάρτηση της κοσμοθεωρίας του. Και την κοσμοθεωρία του την έσκιαξαν τα μαύρα μηνύματα του καιρού του. 
 
Την απόδειξη ότι η ευθύνη για το αποσπασματικό δεν πέφτει στη γλώσσα, την αποτελεί το γεγονός ότι και στην ελληνική έγραψε ολοκληρωμένα ποιήματα - π.χ. οι δύο Ύμνοι και η Φαρμακωμένη. Άλλά τα ολοκληρωμένα ελληνικά του κατά κανόνα δεν είναι καλύτερα από τα ακέραια ιταλικά του τα αδιαβάθμητα.
 
Είναι λάθος και κρίμα να εξαντλιέται το ασύνορο της τραγικής αγωνίας του Σολωμού στα σύνορα του γλωσσικού του αγώνα. Πρόσθετη απόδειξη ότι ό Σολωμός συμπτωματικά ανήκει στην τριάδα των εξόριστων είναι η απόλυτη διάκρισή του από τους δύο άλλους, όσον αφορά στη σχέση και των τριών με την Ελλάδα σαν τόπο κατοικίας και με το δημοτικό τραγούδι σαν πηγή ευφορίας. 
 
Ούτε ο Κάλβος ούτε ο Καβάφης έχουν ομολογίες στην Τράπεζα της δημοτικής παράδοσης. Και αναφορικά με τον τόπο διαβίωσης ο Κάλβος έζησε το πέμπτον του αιώνος πρώτα και το έκτον ύστερα σε ξένη γή, ενώ ο Καβάφης επισκέφτηκε την Αττική σαν τούς Ιάπωνες τουρίστες. Ο Σολωμός όμως από τότε που εγύρισε στην Ελλάδα —και εγύρισε έφηβος ακόμη— έρριξε άγκυρα «στα σκεπά», και δεν άφηκε το χώμα του περισσότερο απ' ότι άφηκε ο Σωκράτης την παλαίστρα και την αγορά:
 
άλλ' έλάττω έξ αυτής απεδήμησας ή οί χωλοί τε καί τυφλοί καί οί άλλοι ανάπηροι.
 
 
Δ. Λιαντίνης, Χάσμα Σεισμού, Ο φιλοσοφικός Σολωμός, σσ 44-45
εκδόσεις "Πανεπιστημίου Αθηνών", Αθήναι 1985
 
 
Το σπίτι του Διονυσίου Σολωμού στο λόφο του Στράνη. 
Φωτ. Σ.Σ. Από ένα ταξίδι στη Ζάκυνθο τον Οκτώβρη του 1997 με τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο και τη Μαρούσα Θωμά για το περιοδικό Εικόνες του Κόσμου. Πηγή: www.lifo.gr

Διονύσιος Σολωμός - Σχολιασμὸς τοῦ ἔργου


Λίγα βιογραφικὰ στοιχεῖα

Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ο μεγαλύτερος ποιητής του δεκάτου αιώνα. Αρχηγός της Επτανησιακής σχολής, ηγέτης του νεοελληνικού έμμετρου λόγου, που ουσιαστικά αρχίζει μετά από αυτόν και, τέλος, Εθνικός της Ελλάδας, και γιατί έγραψε τον Εθνικό μας Υμνο και γιατί τον νεοελληνικό ποιητικό λόγο, και γιατί ύμνησε τον Εθνικό αγώνα της Ανεξαρτησίας, και γιατί πρώτος χρησιμοποίησε στον ποιητικό και πεζό του λόγο την εθνική λαϊκή μας γλώσσα, τή δημοτική.

Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1798 (έτος του μαρτυρίου του Ρήγα) και πέθανε στην Κέρκυρα το 1859, δυο χρόνια πριν γεννηθεί ο Παλαμάς. Ο πατέρας του Νικόλαος Σολωμός ήταν πλούσιος άρχοντας και κόμης, ενώ η μητέρα του, Αγγελική Νίκολη, ήταν γυναίκα του λαού. Εμεινε ορφανός σε νεαρή ηλικία, αλλά τα άφθονα οικονομικά μέσα του επέτρεψαν να συνεχίσει τις σπουδές του. Σε ηλικία δέκα χρονών, συνοδευόμενος από τον οικοδιδάσκαλό του καθολικό αββά Σάντο Ρόσσι, πήγε στη Βενετία και συνέχισε πανεπιστημιακές σπουδές στην Κρεμόνα και την Παβία της Ιταλίας.

Τα ενδιαφέροντά του ήσαν φιλολογικά, δεδομένου μάλιστα ότι από μικρός οτιχουργούσε ο ίδιος. Η λαμπρή άνθηση της ιταλικής φιλολογίας δεν τον άφησε ανεπηρέαστο. Καθώς μάλιστα μιλούσε πλέον θαυμάσια την ιταλική γλώσσα, τα ποιήματα του τα έγραφε ιταλικά. Εξαλλου γνωρίστηκε με γνωστά ονόματα της πνευματικής Ιταλίας (Μαντσόνι, Μόντι κ.ά.), μπήκε στους φιλολογικούς κύκλους τους, και τελειοποιούμενος ολοένα στίς ποιητικές κατακτήσεις του, εξελισσόταν σ’ έναν καλό ποιητή της ιταλικής γλώσσας.

Το 1818 χρειάστηκε να γυρίσει στη Ζάκυνθο. Τα δέκα χρόνια που έζησε στην Ιταλία τον είχαν επηρεάσει βαθύτατα, ώστε και στην Ελλάδα να συνεχίσει γράφοντας ιταλικά. Αλλά το 1822 η γνωριμία του και οι συζητήσεις του με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη τον έπεισαν, ότι έπρεπε να γίνει Ελληνας ποιητής, να γράφει στην ελληνική γλώσσα, και μάλιστα στη γλώσσα του λαού, τη δημοτική.

Αρχισε τότε να διαβάζει τον Χριστόπουλο, να μελετάει τα δημοτικά τραγούδια, να παρακολουθεί όλη την πριν απ’ αυτόν ποιητική παραγωγή (τη λεγομένη προσολωμική), ώσπου να είναι σε θέση να γράψει ελληνικά ποιήματα. Το πρώτο ποίημα του, που έδειξε στον Τρικούπη ήταν η «Ξανθούλα». Το 1823 έγραψε τον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν», που τυπώθηκε τον επόμενο χρόνο στo Μεσολόγγι. Τoν ίδιο μήνα, στο Μεσολόγγι, πέθανε ο Λόρδος Βύρων, στον οποίο ο Σολωμός αφιέρωσε συγκινητικό ποίημα. Στα 1826 γράφει τον «Λάμπρο» και τη «φαρμακωμένη». Αλλά το μεγάλο, το επικό γεγονός της χρονιάς αυτής, ήταν η παρατεινόμενη τρομερή πολιορκία του Μεσολογγίου και η θαυμαστή πίστη και αντοχή των «ελευθέρων πολιορκημένων». Τα κανόνια ακούγονταν ως την Ζάκυνθο, και οι πρόσφυγες Μεσολογγίτες γυρνούσαν στους δρόμους της Ζακύνθου ζητώντας ελεημοσύνη. Με εθνική συγκίνηση, και ψυχικό ρίγος παρακολουθούσε ο ποιητής την Εθνική εποποϊία, από την οποία προέκυψε η ποιητική του σύνθεση των «Ελευθέρων πολιορκημένων».

Το 1828 ο Σολωμός πηγαίνει στην Κέρκυρα, σημαντικό πνευματικό κέντρο της εποχής, και ζεί εκεί ως αρχηγός κύκλου θαυμαστών και ποιητών ενός πυρήνα από πνευματικούς ανθρώπους με μεγάλη μόρφωση, με προοδευτικές και φιλελεύθερες ιδέες, με αισθητική κατάρτιση, με αυστηρές αξιώσεις από την τέχνη και με φιλοδοξίες γιά μιαν αναγέννηση της Νεοελληνικής Γραμματείας. Είναι ο κύκλος που δημιούργησε την Επτανησιακή Σχολή, με αρχηγό, καθοδηγητή και σύμβουλο τον Σολωμό. Από τον κύκλο αυτόν αρχίζει η ποιητική άνοδος της ελληνικής ποίησης, πολλές δεκάδες χρόνια πρίν από την Αθήνα, όπου ο Παλαμάς δημιούργησε μιά δεύτερη ποιητική αναγέννηση.

Ο Σολωμός στο διάστημα 1847-51 επιχείρησε να ξαναγράψει ιταλικά ποιήματα. Hταν όμως ήδη Ελληνας ποιητής, ο μεγαλύτερος ποιητής του καιρού του, μιά μορφή γεμάτη αίγλη, κύρος και δόξα γιά ολόκληρη την Ελλάδα. Είχε πετύχει να ξεπεράσει τη μεγάλη δυσκολία της γλώσσας, να την κατακτήσει και να την αξιοποιήσει με ποιητικά αριστουργήματα, στα οποία έβλεπες τον μεγάλο τεχνίτη.

Ηταν τόσο γενική και στέρεη η φήμη του, ώστε, όταν μαθεύτηκε ο θάνατος του (21 Νοεμβρίου 1857) όλος ο λαός πένθησε. Το θέατρο της Κέρκυρας έκλεισε, η Ιόνια Βουλή σταμάτησε τις εργασίες της και αποφάσισε να γίνει δημόσιο το πένθος γιά τον ποιητή.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1859, κυκλοφόρησαν τα «Άπαντα» του Σολωμού, σε έκδοση και με πρόλογο του Ιάκωβου Πολυλά, ενός από τους οξυνούστερους παράγοντες του φιλολογικού του κύκλου, που έμεινε πλέον και ο ηγέτης του κύκλου αυτού.
Τo 1864 οι πρώτες στροφές από τον «Yμνον εις την Eλευθερίαν» του Σολωμού ορίστηκε ως ο Εθνικός ύμνος της Ελλάδας. Ηταν η πρώτη επίσημη αναγνώριση του ποιητή στην κυρίως Ελλάδα. Η επιβολή του ονόματός του σε ευρύτερα στρώματα έφερε ως επακόλουθο και την ευρύτερη διάδοση του έργου του, που άσκησε σιγά-σιγά την επήρεια του επί μιά εικοσαετία και τελικά αποτέλεσε την αφετηρία, γιά ένα ξεκίνημα των νέων ποιητών, πάνω σε καινούριες βάσεις και έξω από τους θρήνους και ολοφυρμούς τών ρομαντικών.

Σχολιασμός

Οι χτυπητές λέξεις, οι φλύαροι στίχοι, τα άχρηστα παραγεμίσματα έπαψαν να αποτελούν ποίηση. Ο Σολωμός έδειξε, οτι η ποίηση πρέπει να έχει πυκνότητα. Με τις λιγότερες και μουσικότερες λέξεις να αποδίδει υψηλά νοήματα και καθαρές εικόνες, όπου τίποτα περιττό δέν υπήρχε κι όπου όλα - γλώσσα, νόημα, ρυθμός, εικόνα - ήταν αισθητικά οργανωμένα, αλλά όχι και εγκεφαλικά. Τίποτα δεν πρόδιδε την επίπονη κατεργασία. Αντίθετα το ποίημα είχε δροσιά, φυσικότητα και παρθενικότητα. Ο Σολωμός πέτυχε, μιά θαυμαστή ισορροπία πνεύματος και μορφής, νόησης και αισθήματος γλώσσας και μουσικότητας.

Είχε μιά θεωρητική κατάρτιση, που τη βλέπομε και στο «Διάλογο» του (όπου μιλούν ο ποιητής, ο φίλος και ο σοφολογιότατος), και που του επέτρεψε να συλλάβει σωστά το πρόβλημα της ποίησης, και να το πραγματοποιήσει σε βαθμό τελειότητας, δημιουργώντας μιά παράδοση και κερδίζοντας επάξια τον τίτλο του γενάρχη του νέου μας ποιητικού λόγου.

Οι πρώτες του δοκιμές σε μιά γλώσσα, που δεν τη χρησιμοποίησε ακόμα με την ευχέρεια της μητρικής γλώσσας, έδωσαν λαμπρά αποτελέσματα με στροφές ειδυλλιακές, γεμάτες φως, διαύγεια και ιδεαλιστική πνοή. Κατακτώντας σιγά - σιγά το γλωσσικό του όργανο και ζώντας τον παλμό, του Αγώνα και την αγωνία του επαναστατημένου Εθνους, έντυσε τις εμπνεύσεις του με τα χτυποκάρδια των πολεμιστών. Εδωσε ποιητικό νόημα στην Εθνεγερσία. Εγινε η έκφραση των αισθημάτων του καιρού του και της πατρίδας του. Καί με τόσο βαθιά συναίσθηση ευθύνης, ώστε, μπρος στο τέλειο και το ιδεώδες, που επιδίωκε, να γράφει και να ξαναγράφει τίς ποιητικές του συνθέσεις σέ διάφορα σχεδιάσματα, ώσπου να πετύχει να συνδυάσει την πιό τέλεια μορφή με το πιό υψηλό περιεχόμενο.
«... Ο Σολωμός, - γράφει ο Α. Καραντώνης - γύρεψε να συγχωνέψει σε μιά τέλεια και καθαρή, απλή όσο και βαθιά μορφή μουσικού ποιητικού λόγου, όλες τις ιδιότητες και τις ενέργειες του ανθρώπου - από το πιό αυθόρμητο ψυχικό σκίρτημα ως τή φιλοσοφική ενόραση και την πνευματική σύλληψη της Θείας Δημιουργίας, συνταιριασμένες με μιά ανώτερη αντίληψη του Χρέους».

Τo σπουδαιότερο πρόβλημα που απασχόλησε τη μεγαλοφυία του εθνικού μας ποιητή Δ. Σολωμού, ήταν το πρόβλημα της Ελευθερίας. Της ελευθερίας πρώτα της Εθνικής που είναι συνυφασμένη με την Ηθική ελευθερία του ατόμου, και της ελευθερίας ως Ιδέας, που περικλείει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Τις θέσεις αυτές τις αποτύπωσε ο Σολωμός στον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν», στους «Ελεύθερους πολιορκημένους», και στον «Διάλογο» ποιητή και σοφολογιότατου.

Στον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν», σβήνεται ολότελα, μπορεί κανείς να ειπεί, η ιδεαλιστική θέση και αναδύεται ολόσαρκη η εκδικήτρια εθνική μορφή της Ελευθερίας. Ο ποιητής οραματίζεται την Ελευθερία οπλισμένη με σπαθί, που έχει κόψη τρομερή, μαχόμενη να κόψει τα δεσμά της σκλαβιάς, όπου γης, μιας και με βία μετράει τη γη, σαν να θέλει με μιάς ολόκληρη ν’ απλωθεί. Πιστεύει οτι θεμελιώνεται στη θυσία, οτι απ’ αυτήν τρέφεται και αντριεύει, μιας και την βλέπει να βγαίνει απ’ τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά, όπως και πρώτα αντρειωμένη. Μέσα στις 158 τετράστιχες στροφές του «Υμνου» ο ποιητής ανατρέχοντας τον επαναστατικό αγώνα του Εικοσιένα, βροντοφωνεί και πάλι την πολεμόχαρη κραυγή του Ρήγα «... Η τη νίκη η τή θανή, συμβουλεύει, τονώνει την πίστη των μαχητών, διακηρύσσει την αδερφική ομόνοια, βέβαιος οτι η ομόνοια οδηγεί στη νίκη: «... Πάντα η νίκη αν ενωθείτε πάντα εσάς θ’ ακολουθεί». Ετσι πολεμική προβάλλει ο Σολωμός την Ελευθερία και στην ωδή γιά το θάνατο του λόρδου Βύρωνα στ’ άλλα πατριωτικά ποιήματα του. Κι αυτή είναι η μία από τις πλευρές του προβλήματος της ελευθερίας, που θέτει ο Σολωμός: η απαράγραφτη, μαχητική, απαρασάλευτη, Εθνική Ελευθερία.

Μα ο Σολωμός δεν αρκείται στην Εθνική Ελευθερία. Προχωρεί σε μιά ευρύτερη ανθρώπινη έννοιά της: την Ηθική Ελευθερία. Γράφει στους «στοχασμούς» του ο ποιητής: «Μιά μεστή και ωραία δημοκρατία ιδεών, οι οποίες να παρασταίνουν ουσιαστικά τον εις τες αίσθησες αόρατο Μονάρχη... που είναι έξω από την περιφέρεια του καιρού, αλλά μιά δημοκρατία ιδεών ενεργεί αισθητά μέσα εις τα όρια του καιρού». Ετσι ο ποιητής δεν μένει προσκολλημένος οτην ιδέα του απόλυτου, αλλά κατεβάζει την ιδέα του απόλυτου από τα σύννεφα και την τοποθετεί μέσα στην ιστορική πραγματικότητα. Στη σύνθεση του έπους των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», τραγούδησε και ύμνησε, όχι αφηρημένους αλλά τους συγκεκριμένους ήρωες του Μεσολογγίου ως σύνολο, που ύψωσαν το χρέος τους γιά την Εθνική Ελευθερία, ως χρέος ευρύτερο, πέρα από την Ελλάδα, προς την ίδια την ανθρωπότητα και τον άνθρωπο γενικότερα:
«Οποιος πεθαίνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει» λέει ο ποιητής. Κι οι Μεσολογγίτες δεν διστάζουν να πεθάνουν. Ποιός μπορεί να θεωρηθεί πιό ελεύθερος απ’ αυτούς τους πολιορκημένους σκλάβους; Κι όμως. Κάποτε κάποτε σ’ αυτά τα ξέσκεπα στήθια, που δεν διστάζουν να θυσιαστούν σέ κάθε στιγμή, μέσα τους ζεί ο πειρασμός γιά τη ζωή, γιά την ομορφιά της φύσης που τους κρατάει δεμένους μαζί του, με τα πιό ισχυρά γιά κάθε ανθρωπο δεσμά. Να και η άνοιξη που κάνει να γοργοχτυπούν οί καρδιές:

Εστησε ο Ερωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη 
.........................................................................
Aνάκουστος κελαϊδισμός και λιποθυμισμένος
.........................................................................
Νύχτα γεμάτη θάματα, νύχτα σπαρμένη μάγια.
Οι τρεις αυτοί στίχοι που έχουν γίνει πιά παροιμιώδεις, δείχνουν όλο το μέγεθος του πειρασμού, που η κατανίκηση του θ’ αποκαλύψει όλο το μεγαλείο της ηθικής απολύτρωσης. Οχι, οι ήρωες του Μεσολογγίου δέν είναι Θεοί. Δεν αρνούνται την άξια της ζωής και τα αγαθά της:

Τα μάτια δείχνουν έρωτα γιά τον απάνου κόσμο.
Και στη θεωρία του είν’ όμορφο το φως και μαγεμένο...

Θα τα θυσιάσουν όμως γιά να εκπληρώσουν το χρέος προς την πατρίδα και να μείνουν ελεύθεροι. Και στο δρόμο της θυσίας που χαρίζει την Ηθική Ελευθερία, τους ακολουθούν τώρα και τα γυναικόπαιδα:

Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες.
Γύρω στη φλόγα π’ άναψαν και θλιβερά τη θρέψαν,
Μ’ αγαπημένα πράγματα και με στενά κρεβάτια
Ακίνητες, αστένακτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ.

Ετσι προετοιμάζεται η τελική κατανίκηση της βίας, η αυθόρμητη θυσία, η νίκη πάνω στο θάνατο:

Είν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων,
Δρόμο να σχίσουν τα παιδιά, κι ελεύθεροι να μείνουν,
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο...

Και με το χάρο ακόμα ο ελεύθερος, πάντα ελεύθερος θά μένει.

Η τρίτη πλευρά της ελευθερίας, είναι η Πνευματική Ελευθερία. Και την πνευματική ελευθερία η μεγαλοφυία του Σολωμού την άγγιξε και την διαλάλησε στο «Διάλογο» του με το φίλο του σοφολογιότατο, πάνω στο συσχετισμό ελευθερίας και γλώσσας: «Μήγαρις έχω άλλο στο νού μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη (η γλώσσα) θέλει πατήσει ογλήγορα τα σοφολογιοτατίστικα».
«... Και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δυό εις τον δρόμον της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω αν κανένας σοφολογιότατος κρώζει η κανένας Τούρκος βαδίζει, διατί διά με είναι όμοιοι και οι δύο».

Στο θέμα της γλώσσας ο Σολωμός δεν είναι απλά ο τολμηρός πρόδρομος του Ψυχάρη. Είναι ο φωτερός οδηγός όλου του κινήματος του δημοτικισμού, ως κινήματος ελευθερίας:
«Εσύ μιλείς διά ελευθερία; - λέγει ο ποιητής στον σοφολογιότατο - εσύ όπου έχεις αλυσωμένον το νού σου από όσες περισπωμένες εγράφησαν από την εφεύρεσιν της τυπογραφίας έως τώρα, εσύ ομιλείς διά ελευθερία;».

Ο μέγας ποιητής συνδέει την έννοια της ελευθερίας, όχι με την τυπική έννοια της γλώσσας, αλλά με την ευρύτερη έννοια της, ως μέσου διαφωτισμού του λαού, ως μέσου δηλαδή γιά την απολύτρωση του από το σκοτάδι της αμάθειας. Ετσι, και μόνος ο «Διάλογος» του Σολωμού θά αρκούσε γιά ν’ αναγνωριστεί ο ποιητής ως πολύ μεγάλος Ελληνας. Ο «Διάλογος» του είναι ένας φιλιππικός, γεμάτος αλήθεια, ζωντάνια, αγανάκτηση, ορμή και άπλετο φως:
Ποιητής:...«Σοφολογιότατε, αυτά είναι τα μαθήματα που τους δίνετε και θέλετε να τους φωτίσετε! Τότε κάνει να τους φωτίσετε και με μιά φούχτα στάχτη στα μάτια. Σας δίνω όμως την είδησιν οτι ετελείωσε το βασίλειόν σας εις την Ελλάδα, με των Τούρκων το βασίλειον. Ετελείωσε και ίσως αναθεματίσετε την ώρα της Επαναστάσεως...».
Και ο ποιητής συνεχίζει τον φιλιττπικό του κατά των σκοταδιστών:«... Αλλη έγνοια δεν έχετε παρά να διακονεύετε λέξες με τα κεφάλια σας, και τα κεφάλια σας είναι άλαλα και ξερά, ωσάν τα κρανία που κοιμούνται στα χώματα». Και συνεχίζει με μιά κεραυνωτική οργή: «... Κοράκοι όλοι κοράκοι αληθινοί και χειρότεροι από τον κόρακα, οπού βγήκε από την κιβωτό και εθρεφόταν από τα λείψανα, όπου είχε αφήσει ο κατακλυσμός του κόσμου...».

Με αυτή την ορμή και αγανάκτηση πολεμούσε ο Σολωμός τους σοφολογιότατους, οι οποίοι προσπαθούσαν να τυφλώσουν το Γένος με την καθαρεύουσα τους, τους τόνους και τα πνεύματα της. Αγωνιζόμενος γιά τη γλώσσα καθαγίαζε ταυτόχρονα ενα μέρος της πνευματικής ελευθερίας. Η βαθύτερη ιδέα που κρύβει ο «Διάλογος» βρίσκεται στην περίφημη φράση του ποιητή:
«Υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού κι αν είσαι αρκετός (άξιος), κυρίεψε την».

Ετσι ο Σολωμός με τον «Yμνον εις την Eλευθερίαν» μας έδωσε το νόημα της «Εθνικής ελευθερίας», με τους «Ελεύθερους πολιορκημένους», το νόημα της «Ηθικής ελευθερίας», και με το «Διάλογο» του το νόημα της «Πνευματικής ελευθερίας».

Από την άποψη της ελευθερίας πρέπει να δούμε και το μοναδικό πεζό του Σολωμού, τη «Γυναίκα τής Ζάκυθος», αυτό το θαυμάσιο μνημείο του ελληνικού πεζού λόγου, με το άφταστο ποιητικό ύφος, που στηλιτεύει την απαίσια μορφή και βρωμερή ψυχή του εθελόδουλου ατομιστή, του κακού ανθρώπου που βασανίζει τους άλλους. Κάποια μακρινή κοινωνική αντήχηση βρίσκομε στο γνωστό επίγραμμα του:

Δυστυχισμένε μου λαέ καλέ και αγαπημένε.
Πάντα ευκολόπιστε και πάντα προδομένε.

Το έργο, «Η γυναίκα της Ζάκυθος» διακαιολογημένα θαυμάστηκε απ’ ολόκληρη την κριτική. «Η κάθε λέξη του ποιήματος (γιατί περί πεζού ποιήματος πρόκειται) - γράφει ο καθηγητής Ε.Κριαράς - κλείνει έναν κόσμο δικό της που σφύζει από ζωή. Το ύφος είναι αποκαλυπτικό και προφητικό, καθώς ταιριάζει σ’ ένα δημιούργημα που έχει την τάση να καυτηριάσει και να κολάσει το κακό». Ο Κ.Βάρναλης από τους μεγάλους θαυμαστές του έργου, θεωρεί τον ποιητή και ως «ανυπέρβλητο ως τώρα στυλίστα πεζογράφο» και βλέπει στο έργο αυτό «δημιουργικό ξεχείλισμα, επιγραμματική ακριβολογία, γενική επιθετικότητα, αμεσότητα συγκίνησης και έκφρασης». Και ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης εκτιμά ιδιαίτερα το έργο και γράφει πώς: «Η Γυναίκα τής Ζάκυθος» στέκει δίπλα στο κείμενο του Μακρυγιάννη, γιά τα διδάγματα που μπορεί να μας δώσει».

Και επανερχόμαστε πάλι στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» το έργο της ζωής του ποιητή, το στεφάνωμα της δόξας του, που έμειναν στίχοι και δεν έγιναν ολοκληρωμένο έργο, δέν έγιναν δηλ. ποίημα. Γιατί ο ποιητής προσπάθησε να υψωθεί στο ιδεαλιστικό απόλυτο, στο αντικειμενικά ιδεατό της πλατωνικής ιδέας. Ο πατριωτισμός του ποιητή απ τούς «Ελεύθερους Πολιορκημένους» δέν είναι κάτι το συγκεκριμένο, που ξέραμε στα προηγούμενα ποιήματα. Η πατρίδα εδώ εξιδανικεύεται σε τέτοιο βαθμό, που δεν είναι ελληνική πατρίδα, αλλά μιά πατρίδα υπερεθνική και υπερούσια, η πατρίδα του «ανθρώπου». Μας το λέει ο ίδιος στους «στοχασμούς» του:
«Ο μικρός κύκλος» της πολιορκημένης πόλης (τού Μεσολογγίου) «να ξεσκεπάσει εις την ατμόσφαιρα του τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ελλάδος... και... τα μεγαλύτερα συμφέροντα της άνθρωπότητος».

Γιά το μη τελείωμα του ποιήματος των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», όπως και του «Πόρφυρα» και των άλλων μεγάλων ποιημάτων του, απ’ όλες τις γνώμες που ειπώθηκαν ίσαμε σήμερα, νομίζω πως η ορθότερη είναι της Πολυμνίας Λάσκαρη, ειδικά γιά το έργο της ζωής του Σολωμού, τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Γράφει: «Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα ποίημα φιλοσοφικό, εντελώς σωκρατικό στην ουσία του και εντελώς καντιανό στη λανθάνουσα αισθητική του». Και συνεχίζει η ίδια μελετήτρια: «Από τις αντιθέσεις αυτές (ύλης και πνεύματος), ο Σολωμός δεν μπόρεσε να συλλάβει πραγματικές δραματικές συγκρούσεις και να δημιουργήσει έργο αληθινά εθνικό, όπου θα μπορούσε να φωτίσει την ιστορία και να συγκεκριμενοποιήσει γιά τους Ελληνες, μέσα σ’ ένα σύνολο πνευματικό, τις ανάγκες του Εθνους».

Τι θα ήταν βέβαια το ποίημα, είναι περιττό να πούμε, αν είχε ολοκληρωθεί και τελειώσει. Δυστυχώς η φιλοδοξία του ποιητή έμεινε απραγματοποίητη. Γιατί ο Σολωμός και στη λεπτομέρεια και στο σύνολο ζητούσε να πετύχει το απόλυτο, το ιδανικό και το ανέφικτο, και από άποψη μορφής και από άποψη περιεχομένου. Ο ποιητής διαρκώς ατένιζε το ύψος και έχασε το πλάτος. Ο Παλαμάς κορφολογούσε στα ύψη, αλλά η ματιά του αγκάλιαζε τα πλάτη. Ο Σολωμός έγραψε στίχους, που τέτοιοι δεν γράφτηκαν από άλλον ίσαμε σήμερα στη γλώσσα μας. Η πλαστικότητα και η μουσικότητα τους μένουν αξεπέραστες. Ο Παλαμάς μας άφησε ολοκληρωμένα σύνολα που διασχίζουν ολόφωτα την ιστορία της πατρίδας μας και μας ανοίγουν καινούριους δρόμους στη ζωή μας. Ο Σολωμός με τους κατάσπαρτους στίχους του μας άφησε τα θρυμματισμένα και ασύλληπτης ομορφιάς κομμάτια, ενός έκπαγλου αρχαίου ελληνικού αγάλματος.

Και τώρα ας παραθέσουμς μερικούς από τους θεσπεσιότερους στίχους του Σολωμού, που τέτοιοι δεν γράφτηκαν ακόμα στη νέα λογοτεχνία μας. Παραθέτουμε από το δεύτερο και τρίτο σχεδίασμα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» και τον «Πόρφυρα»:

 

Ακρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει,

λαλεί πουλί, παίρνει σπειρί, κ’ η μάνα του ζηλεύει...

Ο Απρίλης με τον Ερωτα χορεύουν και γελούνε,
κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Και μέσ’ στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπρούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα...

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρι
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι
με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει
όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Τρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της

Αγάπη κι έρωτας καλούν τα σπλάχνα τους τινάζουν
τα σπλάχνα τους κ’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν.

Τριαντάφυλλα ’ναι θεϊκά στην κόλαση πεσμένα.
Κι άνθιζε μέσα μου η ζωή μ’ όλα τα πλούτια πώχει,
Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη,
Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου.

Πάλι μου ξίπασε τ αυτί γλυκειάς φωνής αγέρας,
κι έπλασε τ’ άστρο της νυχτός και τ’ άστρο της ημέρας,
Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κ’ έρμο,
Η δύναμη σου πέλαγο, κ’ η θέληση μου βράχος.

Με λογισμό και μ’ όνειρο, τι χάρ’ έχουν τα μάτια,
Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.
Δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος, αλλ’ έγινε πνοή τους.

Εστησε ο Ερωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,
και μές στη σκιά, που φούντωσε και κλεί δροσιές και μόσχους,
ανάκουστος κελαηδισμός και λιποθυμισμένος.

Αλαφροήσκιωτε καλέ, γιά πες απόψε τι είδες;
Νύχτα γεμάτη θάματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Αστραψε φως, κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.
Απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου.

Φώς που πατεί χαρούμενο τον Αδη και το Χάρο,

Ελεγα, πως την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω,
κάν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμαστό περίσσο,
κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου...

Κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο γιά πολλή ώρα,
γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου,
που έτρεμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου.

Δεν το ’λπιζα να ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο.

Και τελειώνοντας μας είναι αδύνατο να μην αναφέρουμε τα δυό αριστουργηματικά επιγράμματα του Σολωμού: «Στήν Καταστροφή των Ψαρών»:

Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη
περπατώντας η Δόξα μονάχη,
μελετά τα λαμπρά παλληκάρια,
και στην κόμη στεφάνη φορεί,
καμωμένο από λίγα χορτάρια
που είχαν μείνει στην έρημη γη.

Και στην Φραγκίσκα Φραϊζερ, κόρη του Αγγλου διοικητή του νησιού:

Μικρός προφήτης έρριξε σε κορασιά τα μάτια,
και στους κρυφούς του λογισμούς χαρά γιομάτους είπε:
«Κι αν γιά τα μάτια σου Καλή, κι αν γιά την κεφαλή σου,
κρίνους ο λίθος έβγανε, χρυσό στεφάνι ο ήλιος,
δώρο δεν έχουνε γιά Σέ και γιά το μέσα πλούτος.
Ομορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος.

Σε όλο το έργο του ο Σολωμός εκήρυξε τις αθάνατες αξίες της ζωής: Δικαιοσύνη, Ελευθερία, Αλήθεια, Θρησκεία, Αγάπη, Χρέος. Χρέος προς τον εαυτό μας, χρέος προς την πατρίδα, χρέος προς τον πλαϊνό μας, χρέος προς την Ανθρωπότητα. Με αυτές τις αξίες, που είναι ακατάλυτες δυνάμεις εμεγαλούργησε ανέκαθεν το Ελληνικό Εθνος και με αυτές τις δυνάμεις θα μπορέσει να μεγαλουργήσει και πάλι, έστω κι αν δεν έχει την υλική δύναμη των μεγάλων κρατών. Και ο Σολωμός, γιά να μεταχειριστούμε μιά δική του φράση: «από το βασίλειο της Αλήθειας και της Αγάπης όπου βρίσκεται, θα εξακολουθεί να μας κάνει καλό σε ό,τι έχουμε πιό ευγενικό».